Κρήτη

Εκτός ΕΣΥ μένουν... οι πιο φτωχοί

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτέλεσε τη μεγαλύτερη κοινωνική κατάκτηση της δεκαετίας του 1980, καθώς όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως της εισοδηματικής, επαγγελματικής, κοινωνικής και μορφωτικής κατάστασής τους, είχαν πλέον το δικαίωμα να απευθύνονται στις υπηρεσίες υγείας.

 

Από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει.

 

Και ειδικά την περίοδο της κρίσης, οι κοινωνικές ανισότητες εντός του ΕΣΥ διευρύνθηκαν.

 

Η “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον Αναστάσιο Φιλαλήθη, καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής-Προγραμματισμού Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος μας έλυσε τις απορίες μας.

 

Αρχικά, ο κ. Φιλαλήθης αναφέρθηκε στις κοινωνικές ανισότητες του ΕΣΥ λέγοντας χαρακτηριστικά πως «υπάρχει κοινωνική ανισότητα στις υπηρεσίες υγείας αυτή τη στιγμή. Δεν είναι μόνο το ΕΣΥ. Είναι όλο το σύστημα (δημόσιο και ιδιωτικό). Υπάρχει ένας μεγάλος ιδιωτικός τομέας που λειτουργεί στη χώρα. Η πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Έρχεται σε αντίθεση με τους αρχικούς στόχους του ΕΣΥ. Ήταν ένα από τα πράγματα που αγκάλιασε ο κόσμος, αλλά, δυστυχώς, δεν επιτεύχθηκε. Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια φαίνεται να είναι πιο δύσκολα».

 

Όπως δηλώνει στη “Ν.Κ.” ο κ. Φιλαλήθης, «από μια πλευρά, όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν στις υπηρεσίες υγείας, κυρίως στις δημόσιες, καλυπτόμενοι από την ασφάλιση υγείας που έχουν. Όμως, ξέρουμε ότι υπάρχει στα επείγοντα περιστατικά μεγάλη ταλαιπωρία. Στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία των δημόσιων νοσοκομείων, τόσο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, υπάρχει μια μεγάλη σειρά αναμονής. Υπάρχει λίστα προτεραιότητας. Και καλώς υπάρχει, για να είναι αντικειμενικά τα κριτήρια εισαγωγής των ασθενών οι οποίοι νοσηλεύονται. Όμως, κάποιος που έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφύγει στις υπηρεσίες υγείας, προφανώς δεν ταλαιπωρείται. Στα επείγοντα όλοι θα πάνε. Γιατί το έκτακτο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα στον ιδιωτικό τομέα, παρότι και εκεί υπάρχουν ασθενείς που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν και βρίσκουν τους κατάλληλους γιατρούς. Το γεγονός ότι έχουμε τόσες πολλές αναμονές σημαίνει ότι όποιος μπορεί να τις παρακάμψει γιατί έχει χρήματα τις παρακάμπτει. Αυτό αμέσως είναι κοινωνική ανισότητα».

 

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το ποσοστό των Ελλήνων με ανάγκες για εξετάσεις και θεραπεία οι οποίες δεν ικανοποιήθηκαν, με βασικότερο λόγο το οικονομικό κόστος, παρουσιάζει συνεχή αύξηση στα χρόνια της κρίσης:

Το 2016 ένας στους επτά Έλληνες, και συγκεκριμένα το 14,4%, δεν απευθύνθηκε σε υπηρεσίες υγείας παρότι το είχε ανάγκη, όταν το 2014 το σχετικό ποσοστό ήταν 12,7%, το 2012 ήταν 9,9% και το 2010 ήταν μόλις 4,2%.

 

Ο κ. Φιλαλήθης, σχολιάζοντας τας στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., αναφέρει ότι «είναι μια αποτύπωση σε αριθμούς αυτού που περιέγραψα ποιοτικά. Όποιος έχει τη δυνατότητα να πληρώσει, θα πάει στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας. Αυτοί δεν καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση. Αυτοί που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν, θα αναβάλουν την επίσκεψη στις υπηρεσίες υγείας μέχρι να μπορέσουν να πληρώσουν ή μέχρι να έρθει η σειρά τους. Κανονικά, θα πρέπει και αυτοί που δεν μπορούν να πληρώσουν, για να έχουν άμεση πρόσβαση, να μπουν σε μια λίστα. Να περιμένουν τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων πότε θα έχουν κενό. Στο χώρο της πρωτοβάθμιας φροντίδας δεν είναι τόσο μεγάλη η ανισότητα. Εκεί υπάρχει διαφοροποίηση, αλλά δε φαίνεται από τα στοιχεία από τις υπηρεσίες υγείας ότι είναι τόσο μεγάλες οι αναμονές. Υπάρχουν εκεί πέρα. Το βασικό είναι αυτό. Εάν δεν έχεις τη δυνατότητα να πληρώσεις, περιμένεις στη σειρά. Έτσι, ο πολίτης αναβάλλει την πρόσβαση, δηλαδή την ιατρική θεραπεία... Την περίθαλψη που χρειάζεται».

 

Τελευταίοι σε δαπάνες για πρόληψη

 

Σύμφωνα με σχετικό έγγραφο εργασίας που δημοσιοποίησε ο ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι η χώρα που επένδυσε μόλις το 1,3% των δαπανών υγείας σε δράσεις πρόληψης (30 δολάρια ετησίως κατά κεφαλήν δαπάνη), ποσοστό που είναι το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ.

 

Εξίσου χαμηλά - κάτω από το 2% - βρίσκονται το Βέλγιο και η Πορτογαλία, ενώ στον αντίποδα είναι ο Καναδάς (6,2%), όπου η ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη για την πρόληψη αγγίζει τα 300 δολάρια, το Ηνωμένο Βασίλειο (5,2%) και η Ιταλία (4,1%).

 

Κατά μέσον όρο, οι χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ επενδύουν το 2,8% των δαπανών υγείας (130 δολάρια ετήσια κατά κεφαλήν δαπάνη) για δράσεις πρόληψης και προαγωγής υγείας - εκ των οποίων η πλειονότητα αφορά σε προγράμματα παρακολούθησης της κατάστασης της υγείας, όπως τσεκ απ και οδοντιατρικές εξετάσεις - ποσοστό πολύ χαμηλό με δεδομένο ότι οι δράσεις αυτές μπορούν να βελτιώσουν το επίπεδο υγείας του πληθυσμού με σχετικά χαμηλό κόστος.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα, από το μικρό ποσό που δαπανάται για δράσεις πρόληψης και προαγωγής υγείας, περίπου το 40% κατευθύνεται για τη διενέργεια επιδημιολογικών μελετών...

 

Ο κ. Φιλαλήθης, ως προς το παραπάνω, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Είναι ένα από τα κομμάτια με τα οποία ασχολούμαι: το κομμάτι της πρόληψης, της πρωτοβάθμιας υγείας και της καλής οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας. Δυστυχώς, είναι και αυτό μια πραγματικότητα.

 

Η πρόληψη θέλει δύο πράγματα: Χρειάζονται χρήματα, επενδύσεις κ.τ.λ. σε δράσεις, κίνητρα κ.τ.λ.

 

Το δεύτερο που θα έλεγα είναι πως ένα ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα, που όμως δεν αποτυπώνεται σε αριθμούς, είναι η κακή οργάνωση. Η πρόληψη προϋποθέτει καλή οργάνωση των υπηρεσιών υγείας».

 

Ο ίδιος συνεχίζει αναφέροντας ένα παράδειγμα: «Για να κάνει το τεστ ΠΑΠ μια γυναίκα, περιμένουμε ως σύστημα υγείας να το θυμηθεί η ίδια η γυναίκα σε τακτά χρονικά διαστήματα.

 

Σε χώρες πιο οργανωμένες, η γυναίκα ενημερώνεται, παλαιότερα με μια επιστολή και τώρα με ένα μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο ή mail, που το παίρνει προσωπικά.

 

Η τεχνολογία υπάρχει γι’ αυτό. Η κακή οργάνωση που δε μας επιτρέπει να βλέπουμε μια τέτοιου είδους οργάνωση στη χώρα μας. Και είναι άπειρα αυτά τα παράδειγμα.

 

Η Ελλάδα στη δεκαετία του 1970 είχε ένα επίπεδο υγείας καλύτερο από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

 

Αυτό δεν οφειλόταν στο σύστημα υγείας, αλλά στους προσδιοριστές υγείας, όπως: καλή διατροφή, όχι αλκοόλ και τσιγάρο.

Παρά το γεγονός ότι έχει βελτιωθεί το επίπεδο υγείας από τότε, ο ρυθμός βελτίωσης είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι είναι στις άλλες χώρες της Ευρώπης, ιδιαίτερα της Δυτικής Ευρώπης.

 

Το πλεονέκτημα που είχαμε, που το λέγαμε “το ελληνικό παράδοξο”, το χάσαμε. Και, δυστυχώς, φαίνεται ότι, όσο παρατείνονται η ύφεση και η κρίση στην Ελλάδα, τόσο ο ρυθμός βελτίωσης θα μειώνεται. Ελάχιστα, αλλά μειώνεται».

 

Σχόλια