Ελλάδα

«Όχι» στις αναδασώσεις γιατί κάνουν μεγαλύτερο κακό

«Αφήστε τη φύση να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της», λένε οι περισσότεροι επιστήμονες στη χώρα μας

Αχρείαστες έως και ζημιογόνες χαρακτηρίζονται από πολλούς δασολόγους και άλλους ειδικούς οι αναδασώσεις που γίνονται μετά από μια μεγάλη φωτιά μέσα στις καμένες εκτάσεις. Ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του ΓΕΩΤΕΕ, Αλέκος Στεφανάκης, ανήκει σε αυτή τη “σχολή”, μεταφέροντας τόσο τις προσωπικές του απόψεις όσο και τις θέσεις των δασολόγων που κατά καιρούς στελεχώνουν το Παράρτημα. «Πρέπει», σύμφωνα με τον κ. Στεφανάκη, «να αφήσουμε τη φύση να αναγεννηθεί από μόνη της»!

«Λίγο-πολύ, η προσωπική μου άποψη συμπίπτει με αυτή των συναδέλφων μου στο Επιμελητήριο. Βέβαια, θα πρέπει να πούμε πως δεσπόζει στην Ελλάδα η άποψη των δασολόγων, που είναι πραγματικά η τάση να αφήσουμε το περιβάλλον να αναγεννηθεί. Και θα σταθώ σε συγκεκριμένα σημεία. Το ένα είναι ότι οι πυρκαγιές αυτές θα πρέπει να μας προβληματίσουν σε πολλά επίπεδα. Στη φύση - και σας το λέω από κτηνιατρική εμπειρία, καθώς ασχολούμαι με τα παραγωγικά ζώα που είναι και οι δυνατότεροι “πυροσβέστες” αφού κάνουν πρόληψη βοσκώντας - όπου υπάρχει εγκατάλειψη, υπάρχει τάση αυτοπροστασίας και αυτορρύθμισης. Και άρα, όπου υπάρχει εγκατάλειψη, υπάρχει και πυρκαγιά που δημιουργείται από τη φύση για να ισορροπήσει το περιβάλλον. Αυτό ίσχυε και ισχύει πάντα, και ασφαλώς επειδή είμαστε μάρτυρες πυρκαγιών στο παρελθόν, όπως αυτή στο φοινικόδασος, και έχουμε την εμπειρία ξέροντας πως από μόνο του αναγεννήθηκε με έναν μοναδικό τρόπο, ασφαλώς δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε ότι η φύση πραγματικά έχει τη δύναμη να αναγεννιέται άμα την αφήσουμε στην ησυχία της και την προστατέψουμε...».

Βέβαια, μετά από αυτές τις πυρκαγιές, σύμφωνα με τον Αλέκο Στεφανάκη, οφείλει ο ανθρώπινος παράγοντας να πάρει μέτρα για την αποφυγή της διάβρωσης των εδαφών και της πρόκλησης των πλημμυρικών φαινομένων. «Εμείς θα πρέπει να δουλέψουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Και από ’κει και μετά, η φύση θα αναλάβει την αναγέννησή της. Το κάνει πάντα. Τι θέλει όμως; Να μην έχουμε ανθρωπογενείς παρεμβάσεις αρνητικές, που έχουμε πολλές τέτοιες στην Κρήτη. Για παράδειγμα, θα πρέπει να έχουμε κατάλληλα συστήματα βόσκησης, που θα προστατεύσουν και θα διασφαλίσουν την αναγέννηση του περιβάλλοντος. Και θα πρέπει να γίνονται παρεμβάσεις για τη διάβρωση. Και σήμερα αυτό θα πρέπει να είναι το μέλημά μας. Και από ’κει και πέρα, αυτές οι καταστροφές, οι πυρκαγιές, επειδή έχουμε μια έντονη ξηροθερμικότητα, είναι δεδομένες εκεί που υπάρχει εγκατάλειψη. Και όταν λέμε εγκατάλειψη, εννοούμε δάση που δεν έχουμε προχωρήσει σε αυτά σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις ώστε να αποφεύγουμε αυτή την περιβαλλοντική καταστροφή. Άλλωστε, μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα της φωτιάς μέσα σε τέτοια δάση και τα αποτελέσματα μιας φωτιάς σε μια καλλιεργούμενη περιοχή...».

«Να βάζουμε... μόνοι μας φωτιά»

Τον χειμώνα σε μια περιοχή με πεύκα μπορούμε να βάζουμε μόνοι μας φωτιά για να καούν οι πευκοβελόνες που κάτω στο έδαφος αποτελούν... “μπαρούτι” για την περίοδο του καλοκαιριού...

Αυτή την άποψη είχε διατυπώσει τον Ιούλιο του 1997, με αφορμή την καταστροφική πυρκαγιά στο δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη, ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νίκος Μάργαρης. «Τον χειμώνα, μετά από βροχή και με δυνατό κρύο, έπρεπε να πάμε και να βάλουμε προγραμματισμένη φωτιά. Με αυτήν καίγονται μόνο οι πευκοβελόνες του εδάφους, ενώ τα πεύκα μένουν ανέπαφα. Το καλοκαίρι οι αμελείς ή οι κακοήθεις μπορούν να βάλουν πανεύκολα φωτιά στις πευκοβελόνες με ένα σπίρτο, αυτό όμως δεν μπορούν να το κάνουν σε ένα πεύκο», είχε γράψει σε σχετικό του άρθρο.

Όσο για τις αναδασώσεις; «Φυσικά και δε χρειάζονται. Όλα τα φυτά της χώρας μας έχουν προσαρμογές για να επανέλθουν μετά τη φωτιά και διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες: Στην πρώτη ανήκουν όλα εκείνα τα φυτά που επανέρχονται με τη διαδικασία φύτρωσης των σπερμάτων τους. Στη δεύτερη ανήκουν όλα εκείνα που, μολονότι το υπέργειο μέρος τους καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες. Έτσι, επανέρχονται με παραβλαστήματα. Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους. Οι κουκουναριές με τα σπέρματα δεν ανοίγουν, αν δεν καούν», σύμφωνα με τον ίδιο.

Το παράδειγμα του Άγιου Όρους

Στη συνέχεια, ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου ανέφερε το παράδειγμα του Αγίου Όρους, όπου, μετά τη φωτιά που είχε ξεσπάσει, έγινε αναγέννηση και αποκατάσταση του δάσους χωρίς αναδάσωση. «Εκεί, ευτυχώς, η ιερή κοινότητα δεν έδωσε την “ευλογία” της στους καιροσκόπους καθηγητές που ήθελαν να την αναδασώσουν. Πρότειναν μάλιστα, αν ήταν δυνατόν, να φέρουν στον ιερό και ανεπανάληπτο χώρο του Αγίου Όρους γιγαντιαίες σεκόγιες από την Αμερική. Σήμερα το καμένο δάσος του Αγίου Όρους έχει φτάσει να είναι καλύτερο απ' ό,τι παλιά, από μόνο του. Τούτο, βέβαια, επειδή εκεί δεν έχουν γιδοπρόβατα και μαντριά», έγραφε.

Μάλιστα, κατά τον κ. Μάργαρη, η απουσία βόσκησης έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο: «Με τους καπνούς της φωτιάς χάνεται περίπου το 95% του αζώτου που υπάρχει στα υπέργεια μέρη των φυτών. Το άζωτο είναι απαραίτητο για τη ζωή ως κύριο συστατικό των πρωτεϊνών και των ενζύμων. Μία από τις βασικές προσαρμογές των φυτών μας αφορά την επανάκαμψη του αζώτου στην καμένη περιοχή. Έτσι, την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά γίνεται ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπερμάτων ψυχανθών φυτών που υπάρχουν στην τράπεζα σπερμάτων του εδάφους. Τα ψυχανθή, όπως το άγριο τριφύλλι, έχουν στις ρίζες τους αποικίες μικροοργανισμών με τους οποίους δεσμεύουν το άζωτο από την ατμόσφαιρα. Με τον τρόπο αυτόν επαναφέρουν στο έδαφος το άζωτο που χάθηκε με τους καπνούς της φωτιάς. Τα ψυχανθή, όμως, είναι και άριστη κτηνοτροφή και οι βοσκοί αυτό το γνωρίζουν. Τα γιδοπρόβατα τρώνε τα ψυχανθή, οπότε η επαναφορά του αζώτου σταματά και αρχίζει η υποβάθμιση».

Όσον αφορά τις βασικές αιτίες των πυρκαγιών στα ελληνικά δάση, είχε επισημάνει τη συνεχή συσσώρευση ξύλων, δηλαδή καύσιμης ύλης, εφόσον με περισσότερα “καύσιμα” η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη και οι καταστροφές ανυπολόγιστες. Επίσης, τις αναρίθμητες χωματερές, τους σκουπιδότοπους που υπάρχουν σχεδόν παντού και που με τις “αυταναφλέξεις” εξελίσσονται σε πραγματική μάστιγα, καθώς και την κινητικότητα του σημερινού ανθρώπου, που είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στο παρελθόν.

ΟΙ ΔΑΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Καταστρέφουν ή όχι τα δάση οι αναδασώσεις;

Η ανάγκη για αναδάσωση είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται μόνο αν η φυσική αναγέννηση του δάσους είναι αδύνατη ή δε δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Και ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νίκος Μάργαρης, κατέληγε ως εξής: «Κάθε καλοκαίρι ακούμε διαμαρτυρίες, εξαγγελίες και προτάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα αναφέρεται στις ευθύνες του κράτους, λες και πρόκειται για κάποιον οργανισμό ξένο προς τους πολίτες που το συνιστούν. Τι γίνεται, όμως, τον χειμώνα; Πόσοι βουλευτές, δήμαρχοι, κοινοτάρχες και πολίτες όχι μόνο συζητούν και προτείνουν, αλλά και εφαρμόζουν μέτρα για την πρόληψη των πυρκαγιών και ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την αποκατάσταση των καμένων περιοχών; Πόσοι από εκείνους που προτείνουν αναδασώσεις και άλλα ηχηρά παρόμοια κάθε καλοκαίρι έχουν επισκεφτεί, έστω από περιέργεια, μια καμένη περιοχή τον χειμώνα;».

(Φωτογραφία Αρχείου IN TIME)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια