Ελλάδα

Βαριά «άρρωστη» η Υγεία στην Ελλάδα

Χωρίς υπηρεσίες Υγείας 1 στους 5 ασφαλισμένους, σύμφωνα με έρευνα της «διαΝΕΟσις»

Ένας στους 5 Έλληνες δηλώνει ότι δεν έλαβε υπηρεσίες υγείας (μια εξέταση, μια διάγνωση ή μια θεραπεία) παρόλο που την είχε ανάγκη, ένας στους 3 καρκινοπαθείς δηλώνει ότι είχε πρόβλημα πρόσβασης στον γιατρό του, ενώ ένας στους 4 αντιμετώπισε πρόβλημα στην πρόσβαση στο φάρμακο.

Αυτά είναι μερικά από τα συμπεράσματα της έρευνας του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης “διαΝΕΟσις” για το Εθνικό Σύστημα Υγείας, την όποια, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση που εκδόθηκε, εκπόνησε ομάδα έμπειρων ειδικών από τον χώρο της Υγείας υπό τον συντονισμό του καθηγητή Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στο ΕΚΠΑ Γιάννη Τούντα.

Σύμφωνα με την έρευνα:

* Η χώρα μας έχει τον μεγαλύτερο αριθμό γιατρών και τον μικρότερο αριθμό νοσηλευτών αναλογικά με τον πληθυσμό της στην Ε.Ε. (περίπου 1,3 νοσηλευτές ανά γιατρό).

* Τη 15ετία 2001-2016 το ιατρικό δυναμικό της χώρας υπερδιπλασιάστηκε, παρά την “ιατρική μετανάστευση”. Το 2017 είχαμε στην Ελλάδα πάνω από 65.000 γιατρούς.

* Διαθέτουμε υπερπληθώρα χειρουργών, γυναικολόγων και παθολόγων, αλλά το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη γενικών ιατρών - για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα χρειαζόμαστε υπερδιπλάσιους.

* Την ίδια ώρα, ένας στους 4 γιατρούς-μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών είναι άνεργος ή αυτοαπασχολούμενος.

* Μόνο το 5,4% του εργατικού δυναμικού της χώρας απασχολείται στον χώρο της Υγείας. Το αντίστοιχο ποσοστό στις χώρες του ΟΟΣΑ ξεπερνά το 10%.

Η “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον κ. Αντώνη Καφάτο, ομότιμο καθηγητή Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος σχολίασε τον μεγάλο αριθμό ιατρών που παρατηρείται στη χώρα μας και τα προβλήματα που υπάρχουν σε επίπεδο εκπαίδευσης.

«Ο αριθμός των φοιτητών που εισάγονται στα τμήματα Ιατρικών σχολών στην Ελλάδα είναι υπερβολικά υψηλός σε σχέση με τα αντίστοιχα τμήματα του εξωτερικού. Στις ΗΠΑ, οι Ιατρικές σχολές παίρνουν 100 άτομα, ενώ εδώ 250-350 άτομα. Δε θεωρώ πως η ιατρική εκπαίδευση όπως παρέχεται είναι τόσο καλή. Υπάρχει διαφορά από τμήμα σε τμήμα. Ιδιαίτερα στην πρωτογενή και τη δευτερογενή πρόληψη υπάρχει έλλειμμα γνώσης από μια σημαντική μερίδα του ιατρικού κόσμου. Δεν υπάρχει κατάλληλη εκπαίδευση, ούτε εκπαίδευση πάνω στη διατροφή. Υπάρχει ένας βαθμός ανεπάρκειας όσον αφορά την περίθαλψη. Υπάρχει, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός μετανάστευσης. Πέρυσι, στην Ιατρική Σχολή Ηρακλείου ορκίστηκαν 30 άτομα και οι 27 έφυγαν για το εξωτερικό. Σε αυτό συμβάλλουν και οι χαμηλές μισθολογικές απολαβές των ιατρών. Επίσης, θέλω να υπογραμμίσω πως η πρωτογενής πρόληψη είναι σημαντική γιατί μπορείς να προλάβεις το 65% των πρόωρων θανάτων. Και τίθεται ζήτημα εκπαίδευσης, καθώς ο ιατρικός κόσμος με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να μεταβιβάσει τις γνώσεις του στην κοινωνία και να προληφθούν νοσήματα όπως ο καρκίνος, τα καρδιαγγειακά, τα εγκεφαλικά ή ο σακχαρώδης διαβήτης. Δεν είναι ο αριθμός μόνο των ιατρών αλλά και το είδος της περίθαλψης που πρέπει να έχουμε».

Η κατάσταση σήμερα

Σήμερα στη χώρα, όπως σημειώνεται, υπάρχουν συνολικά 277 νοσοκομεία τα οποία διαθέτουν 45.267 κλίνες. Τα 147 είναι ιδιωτικές κλινικές, 5 είναι νοσοκομεία που έχουν τη μορφή ΝΠΙΔ, και 125 είναι τα ΝΠΔΔ (αυτά είναι και τα νοσοκομεία που ανήκουν στο ΕΣΥ).

Υπάρχουν ακόμα 1.487 Περιφερειακά Ιατρεία (Π.Ι.) στις αγροτικές περιοχές και 127 Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ) σε αστικές περιοχές, που ιδρύθηκαν πρόσφατα. Όλες οι μονάδες υπάγονται σε 7 Υγειονομικές Περιφέρειες, οι οποίες έχουν κυρίως εποπτικό και συντονιστικό ρόλο.

Έως και το 1/3 των εισαγωγών έκτακτης ανάγκης στα γενικά νοσοκομεία για πολλά περιστατικά, καθώς και το 40% των ορθοπαιδικών θα μπορούσαν να αντιμετωπίζονται από υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Πάντως, κατά τη διάρκεια της κρίσης οι δαπάνες για την υγεία μειώθηκαν. O “μνημονιακός” στόχος, όπως σημειώνει η έρευνα, ήταν ο περιορισμός των δημόσιων δαπανών στο 6% του ΑΕΠ, και ειδικότερα της δημόσιας δαπάνης για φάρμακα στο 1% του ΑΕΠ. Το πιάσαμε αυτό το όριο από το 2011 κιόλας - πλέον η δημόσια δαπάνη βρίσκεται περίπου στο 5%, την ώρα που ο μέσος όρος στις χώρες της Ε.Ε. είναι 7%. Οι δε συνολικές δαπάνες υγείας το 2016 έφτασαν το 8,45% του ΑΕΠ, από 9,47% που ήταν το 2009 (μέσος όρος ΟΟΣΑ: 15,3%). Μόνο την περίοδο 2012-2016 η μείωση έφτασε τα 14,7 δισ. ευρώ.

Τι προτείνει για το “νέο” ΕΣΥ

Μεταξύ των δεκάδων προτάσεων που περιλαμβάνονται στη μελέτη, η “διαΝΕΟσις” παραθέτει τα εξής:

- Για τη διοίκηση:

  • Τη διατήρηση από το υπουργείο Υγείας επιτελικού και εποπτικού ρόλου στο ΕΣΥ.
  • Τη δημιουργία “Κέντρου Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιολόγησης”, ενός ΝΠΙΔ που θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί τη λειτουργία του ΕΣΥ σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και θα γνωμοδοτεί στο υπουργείο Υγείας.
  • Την ανασυγκρότηση των Υγειονομικών Περιφερειών ως Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου σε κάθε μία από τις 13 Διοικητικές Περιφέρειες.
  • Την ανάπτυξη σε κάθε Υγειονομική Περιφέρεια των θεσμών “Συμπλέγματα Νοσοκομείων”, “Δίκτυα Νοσοκομείων” και “Ανοικτά Νοσοκομεία”.
  • Τη μετατροπή των νοσοκομείων του ΕΣΥ σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως θυγατρικές εταιρείες των Υγειονομικών Περιφερειών.
  • Την ενίσχυση της διοίκησης των νοσοκομείων, καθώς και την οργάνωση και λειτουργία τους σε επιχειρησιακή βάση με εκτεταμένη αυτονομία και ευθύνη.
  • Την πλήρη λογιστική και διοικητική μηχανοργάνωση των νοσοκομείων και τη λειτουργία νέου ηλεκτρονικού συστήματος προμηθειών.
  • Την αξιοκρατική και τεχνοκρατική στελέχωση των διοικήσεων των νοσοκομείων.

- Για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ):

  • Τη διοίκηση “Δικτύων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας” από Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Τη δημιουργία “Ιατρικής υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας-Κοινωνικής Ιατρικής” στο υπουργείο Υγείας.
  • Την επέκταση του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Μονάδων Υγείας για την προσφορά online υπηρεσιών στους πολίτες, για τη διαχείριση των δεδομένων του συστήματος (για θέματα όπως ο εντοπισμός απάτης ή ο σχεδιασμός προγραμμάτων προληπτικής ιατρικής, μεταξύ άλλων) και για την ανάπτυξη άλλων σύγχρονων εργαλείων.
  • Την ελάχιστη ή και μηδενική συμμετοχή στο κόστος στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
  • Τη μετάβαση από τον θεσμό του “οικογενειακού ιατρού” στην “ολοκληρωμένη οικογενειακή ιατρική”, με ομάδες ειδικευμένων επαγγελματιών Υγείας που εξυπηρετούν ορισμένο αριθμό οικογενειών.

- Για τις δαπάνες υγείας:

  • Τη μετατροπή του ΕΟΠΥΥ σε ενιαίο μοναδικό πληρωτή με αποκλειστική διαχείριση του συνόλου των εθνικών πόρων για τις δημόσιες δαπάνες υγείας.
  • Την αναπροσαρμογή της συμμετοχής των ασφαλισμένων στο κόστος με βάση εισοδηματικά κριτήρια και κριτήρια ανάγκης για φροντίδα υγείας.
  • Την εισαγωγή ασφαλιστικών τιμών αναφοράς ως ανώτατο όριο κάλυψης και τιμολόγησης χρησιμοποιώντας μια μέθοδο στη βάση σχετικών αξιών των συντελεστών (RBRVS).
  • Την ειδική φορολογία σε επιβλαβή για τη δημόσια υγεία προϊόντα, τα έσοδα από την οποία θα αποδίδονται στον ΕΟΠΥΥ.

- Για την αποτελεσματικότητα των μονάδων:

  • Τις συγχωνεύσεις και τις αλλαγές χρήσης νοσοκομείων, ιδιαίτερα μικρών, πρώην νομαρχιακών μονάδων, καθώς και την ανακατανομή των κλινικών και των εργαστηρίων με συγχωνεύσεις ή καταργήσεις και με ίδρυση νέων, με αλλαγή των υφιστάμενων οργανισμών και κανονισμών λειτουργίας.
  • Τις πιο ευέλικτες μορφές συνεργασίας των ιατρών με τα νοσοκομεία, καθώς και τη δυνατότητα ιδιωτών γιατρών να συμβάλλονται με καθεστώς μερικής ή πλήρους απασχόλησης με νοσοκομεία του ΕΣΥ για έκτακτες ή εποχικές ανάγκες.

- Για το ανθρώπινο δυναμικό:

  • Τη διαμόρφωση στρατηγικού προγραμματισμού για το ανθρώπινο δυναμικό στο υπουργείο Υγείας σε συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, με αναπροσαρμογή του αριθμού των εισακτέων σε Σχολές Επιστημών Υγείας.
  • Την ενίσχυση και την αναβάθμιση του νοσηλευτικού δυναμικού, καθώς και τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου για τη χορήγηση ιατρικών ειδικοτήτων.
  • Την ανάπτυξη προγραμμάτων διά βίου εκπαίδευσης για όλα τα στελέχη των μονάδων του ΕΣΥ.

Σχόλια