Απόψεις

«Δεν ξέρεις πού σε πάν ‘ τα τέσσερα»

«Μνήμες και εικόνες από την παλιά αγορά του Μ. Κάστρου της οδού 1866»

Ομολογουμένως δεν περίμενα τη φράση αυτή από έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή μου, όταν συναντηθήκαμε αυτές τις γιορτινές ημέρες στην αγορά της πόλης μας. 

του Νίκου Φλεμετάκη*

Τον συνάντησα εκεί στην παλιά αγορά του Μεγάλου Κάστρου, στην οδό 1866, όπου την παλιά εποχή τα μανάβικα και τα κρεοπωλεία ήταν τα κυρίαρχα καταστήματα της όλης διαδρομής και έσφυζε από ζωή, μα και από τις παρουσίες όλων των Ηρακλειωτών.  

Εκεί όπου τη δεκαετία του ’50- ’60 ήταν το σημείο συνάντησης όλων μας.  

Εκεί όπου και σήμερα συγκεντρώνει, η αγορά αυτή, τα βλέμματα των επισκεπτών ή τουριστών της πόλης μας, αλλά με εικόνες διαφορετικών άλλων προϊόντων και καταστημάτων.  

Εκεί όπου ορισμένοι των παλαιών καταστηματαρχών επιμένουν να παραμένουν, εις πείσμα των καιρών, για να μας θυμίζουν τις περασμένες, όμορφες εκείνες στιγμές της ηρακλειώτικης κοινωνίας.  

Μου αρέσει πολύ να περπατώ τον συγκεκριμένο δρόμο, γιατί στο διάβα του έρχονται στο μυαλό μου πολλές ωραίες αναμνήσεις από τους άλλοτε καταστηματάρχες της συγκεκριμένης αγοράς, και τόσες υπέροχες εικόνες και αναμνήσεις να ξανασχηματίζονται νοερά μπροστά μου. Μου αρέσει γιατί πλάθω ζωντανά με τη φαντασία μου αναπαραστάσεις και κινήσεις διαφόρων προσώπων της αγοράς.  

Έτσι βλέπω απέναντί μου τον κρεοπώλη τον Κίτσο, τον Δημητρίου, να κόβουν τα κρητικά κρέατα, και έρχεται στο μυαλό η άνθηση του κρητικού πρωτογενούς τομέα.  

Επίσης τον μανάβη Αργυράκη, τον Ψαρά, τον Αργυρό, να διαλαλούν τα προϊόντα τους, το μπακάλικο του Μεϊμάρη και τόσους άλλους!  

Ένα άσβεστο φως όμως έχει μείνει βαθιά μέσα μου, που θα σβήσει όταν σβήσω κι εγώ!! Είναι η μορφή του κυρ-Δημήτρη, εκ Λιγοτρύνου, ιδιοκτήτη του μαγέρικου “ΤΡΙΑΝΑ”, δίπλα στο κρεοπωλείο του Μελεμενή, όπου γευμάτιζα καθημερινά τις πρώτες μέρες της άφιξής μου στο Ηράκλειο και διαμένοντας στο ξενοδοχείο “ΕΛΛΑΣ”, του αείμνηστου Μάριου Ζέη, στην οδό Καντανολέων 11, έναντι του πάρκου Θεοτοκόπουλου. 

Ο Δημήτρης της “ΤΡΙΑΝΑΣ”, με το ιδιαίτερο μουστάκι του, πάντα στην είσοδο να υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο όλους μας. 

Να καλωσορίζει, με τον χαρακτηριστικό τρόπο, τους ανθρώπους της υπαίθρου και να τους “πειράζει” με χιούμορ και σεμνά αστεία, έπειτα να κερνά λέγοντας: «Θα πιεις ακόμη ένα κατοσταράκι;», ώστε όλοι μαζί στη διάρκεια της παραμονής μας να γινόμαστε μια παρέα. Αξέχαστες παρέες, αξέχαστες στιγμές, αξέχαστα χρόνια!  

Σήμερα βέβαια υπάρχουν τα ακίνητα όχι με τους ίδιους ανθρώπους και με τη διαρρύθμιση της εποχής εκείνης.  

Όταν αναφέρομαι στον δρόμο αυτό, πάντα αυτός ο δρόμος με συνεπαίρνει και ξεφεύγω της αρχικής μου συζήτησης.  

Σ’ αυτήν λοιπόν τη γοητευτική, για πολλούς από εμάς τους παλιούς, ΑΓΟΡΑ, συνάντησα ένα στενό μου φίλο, να ψωνίζει διάφορα για τις γιορτινές ημέρες.  

Είχα πολύ καιρό να τον συναντήσω και μόλις τον είδα, με μεγάλη ψυχική διάθεση, όρεξη και λαχτάρα, έτρεξα, τον χαιρέτησα και αυθόρμητα τον ασπάστηκα και στις δύο παρειές. 

Ο αυθορμητισμός όμως του ασπασμού μου, φτάνοντας κοντά στην αριστερή παρειά, φρενάρισε κάπως, το ίδιο συνέβη και με την άλλη παρειά, λόγω βέβαια και της πανδημίας. Αλλά, βλέπεις, ο αυθορμητισμός της αγάπης πολλές φορές δεν τιθασεύεται!  

Αυτός, βέβαια, το κατάλαβε, αλλά από ευγένεια δε μου είπε τίποτα - βλέπεις, είχε να με ιδεί και αρκετό καιρό, αλλά και οι δύο είχαμε κάνει και τα τρία εμβόλια.  

Ανταλλάσσοντας ευχές και τα των οικογενειών μας, χωρίς βέβαια κανενός είδους πρόθεση, τον ρώτησα: «Ήπιες καφέ; Πήρες πρωινό;». «Μωρέ, εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανανιώνεις», του είπα με χαρίεντα τρόπο.  

Εκείνος μου απάντησε: «Ναι... πήρα πρωινό και ήπια και καφέ».  

Εγώ, βέβαια, για να εκμαιεύσω κάτι σχετικό με το φρένο του ασπασμού, είπα: «Δηλαδή έφαγες καλά πρωινιάτικα;».  

«Πώς το έβγαλες το συμπέρασμα;», μου απαντά.  

«Να... μυρίζεις πολύ σκόρδο και... κρασίλα..!».  

Με εκείνο το γλυκύτατο γέλιο του, μου αντέτεινε: «Νικολάκι, μάλλον “δεν ξέρεις πού σε πάν‘ τα τέσσερα”, μαζί...».  

Άνοιξα το στόμα μου να του απαντήσω, αλλά δε με άφησε να συνεχίσω και μου είπε: «Θα σου πω μια μαντινάδα να καταλάβεις... πώς “πάν‘ τα τέσσερα”, όχι βέβαια αυτά που λέει ο λαός, αλλά αυτά που αποτελούν το πρωινό μου».  

Και μου είπε:  

«“Την καρυδόψιχα βουτώ μέσα σε λίγο μέλι, 

το σκόρδο σε παλιό κρασί και γίνομαι κοπέλι”.  

Να γιατί σου φαίνομαι κοπέλι!».  

Μόλις λοιπόν μου είπε τη μαντινάδα, κατάλαβα: Πού τον πάν‘ τα τέσσερα αγνά και φυσικά προϊόντα τον άνθρωπο, όταν τα χρησιμοποιεί στην καθημερινή διατροφή του και πού οφείλεται το νεάζον και σφριγηλό πρόσωπό του...  

Επίσης, κατάλαβα το φρενάρισμα του αυθόρμητου ασπασμού ορισμένων, όταν ο ένας εκ των δύο έχει πάρει το συγκεκριμένο πρωινό ή γεύμα, είτε στο σπίτι του, είτε σε κάποια... “ΤΡΙΑΝΑ”, με πρωτεύον το... σκόρδο!!!  

Ο αποχαιρετισμός εγκάρδιος, με τα τελευταία λόγια του στενού μου φίλου να αντηχούν ακόμη στ’ αφτιά μου: «Την άλλη φορά που θα συναντηθούμε... να μου πεις τη μαντινάδα κι εγώ να σου πω: “Μωρέ, εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανάνιωσες από τότε που συναντηθήκαμε επαέ στην παλιά αγορά του Μεγάλου Κάστρου της οδού 1866, που σήμερα κάποια άλλη αγορά θυμίζει!”».

*Ο Νίκος Φλεμετάκης είναι αρθρογράφος

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια