Απόψεις

Ευθύμιος Τσιλιόπουλος: Μπορεί να αποπεμφθεί η Τουρκία από το ΝΑΤΟ και πως;

«Η Τουρκία από σύμμαχος και πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, έχει καταστεί άχθος για τη Δύση»

*Του Ευθύμιου Τσιλιόπουλου

Αναφερόμενος στην ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952, ο τότε ηγέτης της Αντνάν Μεντερές είχε χαρακτηρίσει τη χώρα του «ραχοκοκκαλιά» της δυτικής στρατιωτικής συμμαχίας.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά, η Τουρκία είναι ο «εχθρός εντός των τειχών». Από σύμμαχος και πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, έχει καταστεί άχθος για τη Δύση. Δημιουργεί προβλήματα και περιπλέκει την κατάσταση, απειλώντας να παρασύρει τη Συμμαχία σε κάποια από τις ριψοκίνδυνες περιπέτειές της.

Πολλοί στη Δύση βλέπουν με ανησυχία τις πράξεις του Ερντογάν. Απ’ όταν είχε αρνηθεί τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων για να ανοίξουν βόρειο μέτωπο στο Ιράκ, οι ψίθυροι δυσαρέσκειας τώρα έχουν γίνει ιαχές αγανάκτησης. Δεν είναι απλά οι επιχειρήσεις σε Συρία, Αζερμπαϊτζάν, Λιβύη και Ιράκ, το bullying σε Ελλάδα και Κύπρο, οι προσβολές προς όλες της χώρες της περιοχής, οι ύβρεις κατά του Ισραήλ και της Ε.Ε.

Ούτε μόνο η καταστρατήγηση κάθε έννοιας κράτους δικαίου, δημοκρατίας και ατομικών ελευθεριών, η υπόθαλψη της τρομοκρατίας και η μετατροπή της χώρας σε κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και υπόθαλψης κάθε είδους υποκοσμικών δραστηριοτήτων. Τώρα φτάσαμε στο σημείο να απειλεί με απέλαση δέκα πρεσβευτές, μεταξύ αυτών και πρεσβευτές μεγάλων δυνάμεων.

Κάποιοι στη Δύση, για τα δικά τους κρατικά ή προσωπικά συμφέροντα, κάνουν στραβά μάτια. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η Τουρκία αποτελεί «καρκίνωμα»  για τη Δύση. Υπήρχαν, βέβαια, προβλήματα πριν από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η εισβολή στην Κύπρο το 1974 δεν ήταν αμελητέα και προκάλεσε τεράστια προβλήματα. Στη δεκαετία του 1970, όμως, η Τουρκία δε συγχρωτιζόταν με τη Ρωσία, ούτε επεδίωξε να υπονομεύσει τη Δύση με τον τρόπο που το έκανε πρόσφατα. Η ιδέα ότι μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ θα εγκατέλειπε τη Δύση για το Κρεμλίνο ήταν αδιανόητη στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά αυτό σήμερα είναι γεγονός.

Αντιδράσεις και χειρισμοί

Από το 2015, όταν φάνηκαν οι συνέργειες της Τουρκίας με το ISIS, υπήρξαν φωνές για την αποπομπή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Το κατεστημένο της Ουάσινγκτον τις αγνόησε. Τώρα, πέραν των προσπαθειών Αμερικανών γερουσιαστών, όπως οι Μενέντεζ και Ρούμπιο, να περιχαρακώσουν με κυρώσεις και αποστάσεις τις ΗΠΑ από τις πολιτικές Ερντογάν, πληθαίνουν επίσης και οι φωνές για την αποπομπή της Τουρκίας από τη Συμμαχία, αν και φαντάζει νομικά αδύνατο. Στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο δεν περιέχεται πρόβλεψη για αποπομπή κράτους-μέλους, μόνο για εθελουσία έξοδο (άρθρο 13).

Τον Οκτώβριο 2019, ο γερουσιαστής Έλιοτ Λ. Ένγκελ, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, πρότεινε οι ΗΠΑ να εξετάσουν το ενδεχόμενο εκδίωξης της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Ο τότε Αμερικανός υπουργός Άμυνας Μαρκ Έσπερ είχε αποκαλύψει ότι προειδοποίησε την Τουρκία πριν από την εισβολή στη Συρία ότι, εάν προχωρήσει στην επιχείρηση,«θα βλάψει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, και την παραμονή της στο ΝΑΤΟ».

Αυτές οι απειλές δεν ήταν καινούργιες, αλλά πάντα προσκρούουν στην έλλειψη βούλησης και στο νομικό εμπόδιο. Μέχρι τώρα, τέτοια προβλήματα στο ΝΑΤΟ επιλύονται με διπλωματικά μέσα και πολιτική πίεση. Όπως το έθεσε ο Χόρχε Μπενίτεθ του think tank Atlentic Council, το ΝΑΤΟ τείνει να «υπομένει τους εθνικούς ηγέτες που συμπεριφέρονται άσχημα μέχρι να επιστρέψει στην εξουσία μια κυβέρνηση που συνάδει με τις αξίες της Συμμαχίας».

Αυτόν τον χειρισμό έκαναν σε πολλές περιπτώσεις, όπως όταν στην Πορτογαλία πήρε την εξουσία αριστερή κυβέρνηση σε «κομμουνιστοφοβίας». Αλλά και στις περιπτώσεις δικτατοριών σε Ελλάδα και Τουρκία, έκαναν τα στραβά μάτια. Αυτό δε σταμάτησε τον προβληματισμό για το εάν ένα κράτος-μέλος μπορεί να αποβληθεί από το ΝΑΤΟ. Ποιες είναι οι επιλογές ελλείψει νόμιμης διαδικασίας αποβολής;

ΝΑΤΟ και κοινές αξίες

Το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε όχι απλά σαν στρατιωτική συμμαχία, αλλά εξαρχής υπήρξαν και κοινές αξίες. Είναι κάτι που διατυπώνεται σαφώς στο προοίμιο και στο άρθρο 2 της Συνθήκης. Ο Καναδάς είχε προτείνει να μπει άρθρο για αποβολή κράτους-μέλους, για την περίπτωση εκλογής κομμουνιστικής κυβέρνησης και σύμπραξης με τη Μόσχα κάποιου κράτους-μέλους. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ντιν Άτσεσον, είχε αναφερθεί σ’ έναν τρόπο να λυθεί ένας τέτοιος «Γόρδιος Δεσμός»:

«Αυτό το προσχέδιο, κύριε πρόεδρε, ξεκινά με ένα προοίμιο, και ένας από τους σκοπούς αυτού του προοιμίου ήταν να δούμε αν θα μπορούσαμε με κάποιο τρόπο να περιγράψουμε μια δημοκρατική μη κομμουνιστική χώρα. Ο σκοπός αυτού ήταν, εάν, για παράδειγμα, η Ιταλία γίνει μέλος μιας τέτοιας συνθήκης και μετά τυχαία γίνει κομμουνιστική, έχει δημιουργηθεί ένα ερώτημα στο μυαλό των ανθρώπων για το τι θα συμβεί τότε. Δε θέλετε να υπάρχουν διατάξεις σε μια τέτοια Συνθήκη που να λένε ότι μπορείτε να τους διώξετε, γιατί αυτό δείχνει ότι είστε μάλλον αμφίβολοι γι’ αυτούς πριν ξεκινήσετε. Αλλά αν μπορείτε να περιγράψετε το είδος των στόχων που μοιράζονται όλες αυτές οι χώρες και μία από αυτές δε θα πρέπει πλέον να επιδιώκει αυτούς τους στόχους, τότε τίθεται η βάση για έναν διαχωρισμό» (The Vandenberg Resolution and the North Atlantic Treaty: Hearings, Eightieth Congress, Second Session on S. Res. 239, p.93, έκδοση αμερικανικού δημοσίου).

Η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας ασχολήθηκε επίσης με το θέμα. Έλεγε τότε: «Η συνθήκη έχει επικριθεί σε ορισμένους κύκλους επειδή δεν περιέχει καμία διάταξη για την αποβολή ή την αναστολή των δικαιωμάτων ενός απείθαρχου μέλους που ενδέχεται να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, του να υποπέσει στον κομμουνισμό. Δεδομένης της φύσης του συμφώνου και της στενής κοινότητας συμφερόντων των υπογραφόντων κρατών, η Επιτροπή πιστεύει ότι μια τέτοια διάταξη θα ήταν τόσο περιττή όσο και ακατάλληλη».

Η Σύμβαση της Βιέννης

Και εδώ έρχεται να ξεκαθαρίσει τα πράγματα η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Γνωστή ως «συνθήκη των συνθηκών», θεσπίζει περιεκτικούς κανόνες, διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται, συντάσσονται, τροποποιούνται, ερμηνεύονται και γενικά λειτουργούν οι συνθήκες. Η Σύμβαση θεωρείται κωδικοποίηση του εθιμικού διεθνούς δικαίου και της κρατικής πρακτικής σχετικά με τις συνθήκες.

Αν κάποια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, λοιπόν, δε συμμορφώνεται με τις αρχές του, αυτό ισοδυναμεί με ουσιώδη παραβίαση της Συνθήκης κατά την έννοια του άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης, που ορίζει την «ουσιώδη παραβίαση». Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη ουσιώδους παραβίασης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν το δικαίωμα, με ομοφωνία, να αναστείλουν τη λειτουργία του Βορειοατλαντικού Συμφώνου εν όλω ή εν μέρει ή και να την τερματίσουν στις σχέσεις τους με το κράτος που πραγματοποιεί «ουσιώδη παραβίαση». Με άλλα λόγια, αρκεί μια ομόφωνη απόφαση των υπόλοιπων κρατών-μελών.

Το κατά πόσον η Τουρκία παραβιάζει ουσιωδώς τις δεσμεύσεις της είναι ένα ζήτημα που θα αποφασιστεί από τα άλλα κράτη-μέλη. Όπως παρατήρησε ο Γερμανός νομικός Κλάους Κρες, οι επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία συνιστούν έκδηλη παραβίαση της απαγόρευσης χρήσης βίας, παρά τα όσα προφασίστηκε η Τουρκία στον ΟΗΕ. Όπως ανέφερε σε άρθρο του, τα μόνα δυτικά κράτη που αναφέρθηκαν στο διεθνές δίκαιο ήταν η Κύπρος, η Ελλάδα, το Λιχτενστάιν και η Ελβετία.

«Πρέπει να θεωρηθεί συλλογική αποτυχία να αποτραπεί το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ απέφυγαν να αναφερθούν δημόσια στην απαγόρευση της χρήσης βίας πριν από την έναρξη της Επιχείρησης “Πηγή Ειρήνης”».

Η εμπλοκή της Τουρκίας στη σύρραξη Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν ήταν μια ακόμη περίπτωση ανάμειξης της Τουρκίας σε εξωτερικούς πολέμους, όπως και η συμμετοχή της στη Λιβύη. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησε εξοπλισμό που είναι στη διάθεση του ΝΑΤΟ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι απειλές του Ερντογάν και οι «φιλότιμες» προσπάθειες να «πνίξει» την Ευρώπη με Σύριους και Αφγανούς πρόσφυγες, μπορεί να ιδωθούν και ως πράξη άμεσα επιθετική, που απειλεί την ενότητα και την αλληλεγγύη της Συμμαχίας. Δίνουν το δικαίωμα σε άλλα μέλη του ΝΑΤΟ να αναστείλουν ή να περιορίσουν τη στρατιωτική τους συνεργασία με την Τουρκία, ακόμη και χωρίς να δηλώνουν ότι η Τουρκία παραβιάζει ουσιαστικά τις συμβάσεις και τα θεμέλια της Συμμαχίας.

Πρέπει και η Ελλάδα να αναδείξει τη νομική αυτή πλευρά και να αρχίσει τον προσεταιρισμό και άλλων συμμάχων με αυτή την προοπτική. Η πιθανότητα αποπομπής πρέπει να αρχίσει να συζητείται πλέον, και μάλιστα με βαρύτητα, ώστε τουλάχιστον η Τουρκία να πιεστεί, θεωρώντας ότι μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με πιθανή αποπομπή. Ίσως δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι οι φίλοι της Τουρκίας εντός της Συμμαχίας θα συνηγορήσουν ποτέ σε κάτι τέτοιο, αλλά και μόνο η συζήτηση μπορεί να αποβεί αντικίνητρο για τον Ερντογάν, ο οποίος όλο και περισσότερο απομακρύνεται από τη Δύση.

*Ο Ευθύμιος Τσιλιόπουλος είναι δημοσιογράφος, διαπιστευμένος στο υπουργείο Άμυνας και συγγραφέας εμπιστευτικών πολιτικών και στρατιωτικών δοκιμίων και μελετών πιστοποίησης για επιλεγμένους εντολοδόχους.

Φωτογραφία αρχείου Pexels

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια