Απόψεις

Ο εκσυγχρονισμός στην πολιτική

Οι “εκσυγχρονιστές” πολιτικοί είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί σε πολιτικές δυνάμεις που δεν τοποθετούν τον εαυτό τους στα άκρα. Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις, είτε αριστερά είτε δεξιά του πολιτικού φάσματος, επιθυμούν να εντάξουν τέτοια άτομα προκειμένου να κοινωνικοποιήσουν ακόμη περισσότερο την ιδεολογική και κομματική τους βάση...

* Γράφει ο Νίκος Κοσμαδάκης

Η έννοια “εκσυγχρονισμός” έχει πολλές ερμηνείες στην πολιτική σκηνή. Ο καθένας την αξιοποιεί με τον δικό του τρόπο για να εκφράσει μια ιδέα ή ένα στόχο. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως εκσυγχρονισμός είναι η άλλη όψη του φιλελευθερισμού. Θα αποφύγω μια τέτοια ταύτιση, η οποία είναι ιδεολογικά κατευθυνόμενη, και θα προσπαθήσω να αντιμετωπίσω ουδέτερα τη λέξη και συγκεκριμένα ως μια έννοια της πολιτικής Κοινωνιολογίας. Είναι ένα όχημα διάδοσης μιας ιδέας για να παραχθεί ένας νέος πολιτικός χάρτης, με σκοπό να απευθυνθεί στον κοινωνικό και όχι τον πολιτικό άνθρωπο. Ο εκσυγχρονισμός, επομένως, απαιτεί από τα πολιτικά κόμματα να διευρύνουν την εκλογική τους βάση, να παραμερίσουν σε έναν βαθμό το πολιτικό και ιδεολογικό αποτύπωμα με το οποίο τους γνώρισε ο κόσμος και να μιλήσουν σε άλλα εκλογικά ακροατήρια.

Οι “εκσυγχρονιστές” πολιτικοί είναι ιδιαιτέρως αγαπητοί σε πολιτικές δυνάμεις που δεν τοποθετούν τον εαυτό τους στα άκρα. Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις, είτε αριστερά είτε δεξιά του πολιτικού φάσματος, επιθυμούν να εντάξουν τέτοια άτομα προκειμένου να κοινωνικοποιήσουν ακόμη περισσότερο την ιδεολογική και κομματική τους βάση. Οι κεντροαριστερές δυνάμεις χρησιμοποιούν τέτοιους πολιτικούς για να αποσπάσουν μέρος των ψηφοφόρων από την Κεντροδεξιά και το Κέντρο, αλλά και ένα μέρος της υγιούς συντηρητικής Δεξιάς. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις κεντροδεξιές πολιτικές δυνάμεις.

Εάν δούμε την ιστορία της Μεταπολίτευσης μέχρι και σήμερα, οπότε ουσιαστικά έχει επέλθει το τέλος της Μεταπολίτευσης, και την ανάδειξη ενός νέου πολιτικού δίπολου σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, θα διαπιστώσουμε πως όλα τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την εξουσία παρουσίασαν στοιχεία εκσυγχρονισμού. Η διαδικασία ένταξης εκσυγχρονιστών στην πολιτική ζωή ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90.

Η δεκαετία του ’80 ήταν αναγνωριστική. Το κάθε κόμμα επιδίωκε να βρει την ταυτότητά του και με βάση αυτή να αρθρώσει έναν πολιτικό λόγο ευθυγραμμισμένο με τα συμφέροντα της κοινωνικοοικονομικής τάξης που το ακολουθούσε. Το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να απεμπολήσει τον όρο “μαρξιστικό-αριστερό” και να προτάξει τον όρο “κοινωνικό”. Παρέμεινε όμως σε μεγάλο βαθμό προσωποπαγές. Από την άλλη, η Νέα Δημοκρατία εγκαινίασε την πολιτική της ζωή κάνοντας σαφές πως είναι ένα κόμμα συντηρητικών καταβολών.

Η δεκαετία του ’90 αποτέλεσε σημείο αφετηρίας για τους πολιτικούς σχηματισμούς, καθώς η ανάγκη να αποκτήσουν έρεισμα σε άλλα ακροατήρια ήταν αναγκαία. Πρώτο κόμμα που εφάρμοσε την τακτική ένταξης των εκσυγχρονιστών ήταν το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία ο κ. Μητσοτάκης. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν ήταν συντηρητικός. Δεν άνηκε στην κλειστή ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας και σε καμία περίπτωση δεν είχε τις ίδιες αντιλήψεις με τους προκατόχους του σχετικά με την οργάνωση του ελληνικού κράτους. Ήταν ο πρώτος που επισήμανε την ανάγκη να στρέψει το ενδιαφέρον της η Νέα Δημοκρατία σε τομείς όπως η επιχειρηματικότητα. Ο ίδιος βέβαια ήταν υπέρμαχος πιο ευέλικτης εξωτερικής πολιτικής.

Το 1996 συντελείται ο εκσυγχρονισμός του ΠΑΣΟΚ και τυπικά, μέσω της ανάδειξης του Κώστα Σημίτη στην ηγεσία του κόμματος. Ο Κώστας Σημίτης είχε ένα προφίλ πολύ διαφορετικό από εκείνο που άρμοζε σε έναν ηγέτη του κεντροαριστερού κόμματος. Μετριοπαθές προφίλ, τεχνοκράτης και φίλος των αγορών. Κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του, το ΠΑΣΟΚ πλέον αρχίζει και αποκτάει συμμάχους από τη μεσαία αστική τάξη, αλλά και από την επιχειρηματική ζωή. Το ακροατήριό του δεν αποτελείται πλέον από άτομα που ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και ο πολιτικός λόγος του ΠΑΣΟΚ είναι διανθισμένος με θέματα που αφορούν την οικονομία και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, ενώ τα κοινωνικά θέματα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Παράλληλα, “λήγει” η αντίληψη πως «το ΠΑΣΟΚ είναι ιδιοκτησία του Ανδρέα Παπανδρέου».

Εκσυγχρονισμός παρατηρείται σήμερα και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε την εξουσία μιλώντας για την αδικία που ζει ο Έλληνας. Ο ίδιος υποσχέθηκε ένα καλύτερο μέλλον στον Έλληνα και στην Ελληνίδα, οι οποίοι ήταν αγανακτισμένοι από τη μείωση των μισθών και των συντάξεων. Στο πολιτικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ ο ελληνικός λαός έβλεπε μια δικαίωση. Σήμερα, εν έτει 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού. Αναγνωρίζει την ανάγκη να γίνει πιο κεντρώο, σοσιαλδημοκρατικό και ανοικτό κόμμα. Η περίοδος της κρίσης έληξε τυπικά και πλέον η πολιτική ατζέντα πρέπει να τεθεί εκ νέου. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Αλέξης Τσίπρας προτιμάει να λέξη “κοινωνικό και εκσυγχρονιστικό” από το “ριζοσπαστικό και αριστερό” που χρησιμοποιούσε άλλοτε. Προς αυτήν την κατεύθυνση εντάσσεται η υπουργοποίηση πρώην στελεχών του ΚΙΝ.ΑΛ., των ΑΝ.ΕΛ., αλλά και το πολιτικό φλερτ με τον κ. Θεοχαρόπουλο, όπως παρατηρείται τελευταία.

Ποια είναι όμως τα αίτια της τάσης των κομμάτων να αποκτήσουν εκσυγχρονιστική τροχιά; Εδώ μπορεί να γίνει λόγος για μια πληθώρα αιτίων. Πρώτη αιτία που μπορώ να επικαλεστώ είναι η αποϊδεολογικοποίηση. Τον 19ο αιώνα, τα άτομα προσδιορίζονταν πολιτικά με βάση την ιδεολογική τους ταυτότητα, αφού αυτή ενσωμάτωνε το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο στο οποίο ανήκαν. Μια δεύτερη αιτία είναι οι οικονομικοί συσχετισμοί. Η εξάλειψη σε μεγάλο βαθμό της ακραίας φτώχιας συγκριτικά με προηγούμενους αιώνες, η ραγδαία άνοδος της μεσαίας τάξης και η αποδοχή της φιλελεύθερης οικονομίας βοήθησαν σε σημαντικό βαθμό την προσπάθεια των κομμάτων να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους στην πολιτική σκηνή.

Ο εκσυγχρονισμός είναι ένα σημερινό πολιτικό φαινόμενο και συνδέεται με την κοινωνικοποίηση των πολιτικών οργανισμών. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την τάση των κομμάτων να αναλάβουν τη διαχείριση της εξουσίας ή, εάν προτιμάτε, να γίνουν πιο μαζικά, πιο λαϊκά, πιο αποκομμένα από τις ιδεολογικές τους ρίζες. Για να παραφράσω τον Αριστοτέλη, εάν ένα κόμμα επιθυμεί να γίνει ιδιοκτήτης της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, πρέπει να είναι φύσει εκσυγχρονιστικό.

 

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

 

 

Σχόλια