Απόψεις

«Όπου υπάρχουν Τείχη, υπάρχει και εξορία» - Επίκαιρος όσο ποτέ ο πολιτικός Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο “Θέατρον της Σιδώνος 400 μ.Χ.” ξεκινά τον πρώτο στίχο του ποιήματος με τη φράση “Πολίτου εντίμου υιός προπάντων ευειδής”. Το 400 μ.Χ. η Σιδώνα ανήκει σε αυτοκρατορία˙ έχει γίνει η Β’ Οικουμενική Σύνοδος και η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως έχει πλέον εδραιωθεί. Στις αυτοκρατορίες δεν υπάρχουν πολίτες, παρά μόνο υπήκοοι. Χωρίς να φαίνεται καθαρά, χρησιμοποιεί μόνο μία λέξη, την πρώτη του ποιήματος, που ανατρέπει την πολιτική κατάσταση της ιστορικής περιόδου του ποιήματος.

Του δρ. Ιωάννη Λίλη*

Στο ποίημά του “Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.”, πέντε νέοι της Σιδώνας, επίσης του 400 μ.Χ., μένουν άναυδοι όταν ακούν ότι ο τραγικός ποιητής Αισχύλος πολέμησε για την πατρίδα του, γιατί οι ίδιοι μέσα στη Σιδώνα τής αχανέστατης αυτοκρατορίας του 400 μ.Χ. δεν μπορούν καν να διανοηθούν τι σημαίνει πατρίδα. Γιατί να πάει κάποιος από τη Σιδώνα να πολεμήσει π.χ. για την Κωνσταντινούπολη ή την Αλεξάνδρεια ή την Αντιόχεια, όταν με τα μέσα της εποχής εκείνης είναι αδύνατο να την πλησιάσει αγνοώντας ακόμα και την ίδια την ύπαρξή της...

Το ίδιο παρατηρούμε και στο ποίημα του “Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου” που αναφέρεται στον Αμμώνιο Σακκά (175-242 μ.Χ.). Ο νέος του ποιήματος ζει σε αυτοκρατορία. Η έννοια πατρίδα δεν του λέγει απολύτως τίποτα. Θα απολαύσει τη ζωή του όπως θέλει, και όταν με το καλό γεράσει, θα θυμηθεί «το χρέος προς την πατρίδα και άλλα ηχηρά παρόμοια». Η πατρίδα του ακούγεται απλώς ως ένα ηχηρό. Το ίδιο και στο ποίημά του “Ας φρόντιζαν”. Μέσα στην Αντιόχεια, περίπου του 150 π.Χ., αφού ζει ο Κακεργέτης (182-116), ο ήρωας του ποιήματος δεν προβληματίζεται με ποιου πολιτικού το μέρος να πάει, του Ζαβήνα, του Γρυπού ή του Υρκανού: «Βλάπτουν και οι τρεις τους τη Συρία το ίδιο». Και ο ίδιος δε φταίει καθόλου: «Αλλά, καταστραμμένος άνθρωπος τι φταίω εγώ. Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ. Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό. Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν». Και εδώ βρισκόμαστε σε αυτοκρατορία...

Στο ποίημά του “Τρώες” αναφέρει δύο φορές τη λέξη “Τείχη”, τα οποία φυλάγουν μόνο μία πόλη ξεχωριστά, την Τροία. Έχει γράψει και ξεχωριστό ποίημα με τίτλο “Τείχη” («Ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμο έξω»). Πραγματικότητα παντελώς άγνωστη για μας σήμερα που ζούμε στα εθνικά κράτη της Δύσεως, όπου για πρώτη φορά ήρθαν τα κρατικά εθνικά σύνορα με πόλεις εσωτερικά, χωρίς Τείχη.

Μάλιστα, κάνει εξειδικευμένο λόγο για τα Τείχη της Τροίας. Πριν τα Τείχη της Τροίας υπήρχε μία “Τάφρος”, δηλαδή μία τεράστια λακκούβα που δεν μπορούσες εύκολα να την προσπελάσεις, ως επιπλέον προστασία της Τροίας, εκτός από τα Τείχη. Ακόμα και γι’ αυτήν μιλά ο Αλεξανδρινός: «Ο Αχιλλεύς μπροστά μας στην τάφρον βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει». Τα Τείχη της Τροίας, πολιτικά, συνδέονται με τα “Τείχη” της αρχαίας Αθήνας στο κλασικό της μεγαλείο, ή τα Τείχη του Καλλικράτη που συνέδεαν τον Πειραιά με την Αθήνα, εφόσον μετά τον Όμηρο πηγαίνουμε ιστορικά στην κλασική Αθήνα.

Στο ποίημα του “Che fece… il gran rifiuto” (“Αυτός που έκανε... τη μεγάλη άρνηση”), φράση που δανείζεται από τον Δάντη αφαιρώντας όμως το per vilta (=από δειλία), στο che βάζει μόνος του τόνο, το “αξάν γκραβ”, μια παλιά γραφή της Λατινικής, ενώ ο Δάντης δεν έχει τόνο, και με τον τόνο η φράση πλέον δε μεταφράζεται “αυτός που έκανε...” αλλά “τι έκανε...” (την πληροφορία αυτή μας τη δίνει ο φιλόλογος-ερευνητής Στάντης Αποστολίδης).

Η φράση του Δάντη αναφέρεται σε έναν Πάπα του 13ου αιώνα, ο οποίος αμέσως παραιτήθηκε από τον παπικό θρόνο φοβούμενος τις ευθύνες, και ιστορικά βρίσκεται λίγο πριν την πλήρη νέκρωση της λατινικής γλώσσας και τη γέννηση των λατινογενών γλωσσών, όπως τα Ιταλικά ή τα Γαλλικά. Το δείχνει πολύ καθαρά με το να βάλει τον τόνο. Ο περιορισμός των Λατινικών μόνο μέσα στο Παπικό Κράτος, και όχι στην παλιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έφερε την ασφυξία και το θάνατό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι διαλέγει την περίπτωση από έναν Πάπα, λίγο πριν την εμφάνιση των Ιταλικών και την πλήρη νέκρωση των Λατινικών.

Όπου υπάρχουν Τείχη, υπάρχει και εξορία. Αλίμονο όποιος εξοριζόταν ή εξοστρακιζόταν στην αρχαία Αθήνα, ή εξοριζόταν στο Βυζάντιο, όπου οι πόλεις είχαν Τείχη. Όπου δεν έχουμε Τείχη και έχουμε σύνορα, εκεί δεν υπάρχει εξορία, αλλά “το εξωτερικό” ή οι ξένες χώρες...

Ο τόνος που προσθέτει δεν είναι λάθος - ήταν παλαιότερος και είχε καταργηθεί, και με την πρόσθεση του τόνου θέλει να δείξει τη σταδιακή νέκρωση της λατινικής γλώσσας, η οποία, από τη στιγμή που περιορίστηκε από την τεράστια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέσα στο μικρό Παπικό Κράτος, έπαθε ασφυξία και πέθανε.

Όπου υπάρχουν Τείχη, υπάρχει και εξορία. Αλίμονο όποιος εξοριζόταν ή εξοστρακιζόταν στην αρχαία Αθήνα, ή εξοριζόταν στο Βυζάντιο, όπου οι πόλεις είχαν Τείχη. Όπου δεν έχουμε Τείχη και έχουμε σύνορα, εκεί δεν υπάρχει εξορία, αλλά “το εξωτερικό” ή οι ξένες χώρες. Στο ποίημα του Καβάφη “Βυζαντινός άρχων, εξόριστος, στιχουργών” ο ήρωας του ποιήματος ξέρει γιατί τον εξόρισαν από τα Τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Τον εξόρισαν γιατί τον ζήλευαν. Κανένας δεν ήξερε όπως αυτός «Πατέρας ή Γραφάς ή τους Κανόνας των Συνόδων». Εξόριστος εδώ, ένα πράγμα μόνο μπορεί να κάνει, να συνθέτει στίχους.

Ο Καβάφης δεν άφησε καμία περίοδο του Ελληνισμού για την οποία δεν έγραψε ποίημα. Σε όλες έδωσε το διαφορετικό πολιτικό στίγμα κάθε εποχής. Έγραψε για την “Ιλιάδα” του Ομήρου, τους “Τρώες” («Είναι οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων...»), για την “Οδύσσεια” του Ομήρου, την “Ιθάκη” («Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη...»), για τους 300 του Λεωνίδα, τις “Θερμοπύλες” («Τιμή σε εκείνους όπου στη ζωή τους όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες»), για την Αλεξάνδρεια, “Aλεξανδρινοί Βασιλείς” («Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά»), για την Κωνσταντινούπολη, η “Πόλις” («Είπες θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα...»), για την εποχή λίγο πριν την πτώση του Βυζαντίου, “Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει” («Τους κάμπους βλέπει που ακόμα ορίζει με το σιτάρι...»), για το Βυζάντιο, “Στην Εκκλησία” («Την Εκκλησία αγαπώ, τα εξαπτέρυγά της... στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό»)... Σε κάθε περίοδο στιγματίζει τη διαφορετική έννοια της πόλεως-κράτους, της Αυτοκρατορίας, του Βυζαντίου, του εθνικού κράτους. Του πολίτη και του υπηκόου.

Για να περάσει από τη μια περίοδο του Ελληνισμού στην άλλη, και να υπογραμμίζει τη διαφορετική πολιτική εικόνα κάθε εποχής, χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές την ομοφυλοφιλία. Οι “Νέοι της Σιδώνος”, που αναφέραμε προηγουμένως, είναι αρωματισμένοι και θηλυπρεπείς. Διαβάζουν μόνο ομοφυλοφιλικά επιγράμματα: «Διαβάστηκαν Μελέαγρος και Κριναγόρας και Ριανός», οι οποίοι ήταν ασήμαντοι επιγραμματοποιοί ομοφυλοφιλικών επιγραμμάτων των ελληνιστικών ετών. Μέσα σε αυτά διάβασαν και την επιγραφή του τάφου του Αισχύλου «Αισχύλου Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει...» τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον το «αλκήν δε ευδόκιμον το Μαραθώνιον άλσος».

Τη διαβάζει «ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει». Ήταν διασκεδαστής, δεν τους διάβαζε αρχαία τραγωδία. Την ταφική επιγραφή του Αισχύλου την είχαν στην ίδια εκτίμηση με τα ερωτικά ομοφυλοφιλικά ελληνιστικά επιγράμματα, γιατί ο υπήκοος της αχανέστατης αυτοκρατορίας δεν μπορεί να αντιληφθεί τη ζωή του πολίτη της πόλεως-κράτους της αρχαίας Αθήνας του Κλασικού Ελληνισμού.

Πουθενά δεν αναφέρει ρητώς την πολιτική εικόνα κάθε εποχής. Την υπονοεί, την ειρωνεύεται και την ανατρέπει μόνο με μία λέξη. Ίσως γι’ αυτό να είναι τόσο σπουδαίος.

* Ο δρ. Ιωάννης Λίλης είναι λέκτορας Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης.

Σχόλια