Κατάθλιψη Χριστούγεννα
Φωτ. pexels.com

Γιατί κάποιοι μελαγχολούν τα Χριστούγεννα;

Ψυχολογία
Γιατί κάποιοι μελαγχολούν τα Χριστούγεννα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πώς η εξάρτηση από τα υλικά αγαθά επηρεάζει μικρούς και μεγάλους - Χρήσιμες συμβουλές για να ανατρέψετε την άσχημη ψυχολογία τις γιορτινές μέρες

Η λάμψη των Χριστουγέννων, τα φωτισμένα δέντρα και οι γεμάτες βιτρίνες δημιουργούν κάθε χρόνο την αίσθηση μιας περιόδου αφθονίας, χαράς και κοινωνικής επαφής. Ωστόσο, πίσω από το εορταστικό σκηνικό, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν έντονο άγχος, ενοχή και ψυχική πίεση. Οι οικονομικές δυσκολίες, οι κοινωνικές προσδοκίες και η σύγκριση με τους άλλους συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που δοκιμάζει σοβαρά την ψυχική υγεία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που ακόμη κουβαλά τα τραύματα της δεκαετούς οικονομικής κρίσης. 

Όπως επισημαίνει στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr ο κ. Νίκος Παπανικολάου, κλινικός ψυχολόγος, «η περίοδος των Χριστουγέννων αποτελεί στη συνείδησή μας ένα χρονικό ορόσημο συνδεδεμένο με την αφθονία, την κοινωνική επαφή και την ψυχική ευφορία». 

Όμως, όπως εξηγεί ο ίδιος, αυτή η εικόνα συχνά απέχει από την πραγματικότητα που βιώνουν πολλά νοικοκυριά και τούτο διότι, κάτω από τη “γιορτινή λάμψη”, αναπτύσσεται μια σιωπηλή αλλά ραγδαία αυξανόμενη κρίση ψυχικής υγείας, που τροφοδοτείται από τη σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές επιταγές και τις οικονομικές αντοχές των ανθρώπων. 

Η οικονομική πίεση και ο εγκέφαλος σε συναγερμό 

Όπως αναφέρει ο κ. Παπανικολάου, σύμφωνα με έρευνες της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού παρουσιάζουν αυξημένο άγχος κατά την εορταστική περίοδο, άμεσα συνδεδεμένο με τα οικονομικά των γιορτών. 

Στην Ελλάδα, παρότι δεν υπάρχουν ενδελεχείς μελέτες που να αναλύουν το φαινόμενο, η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τις πληθωριστικές πιέσεις και την παρατεταμένη ανασφάλεια της μνημονικής αλλά και μεταμνημονιακής εποχής, μετατρέποντας το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι από σύμβολο χαράς σε πηγή έντονης αγωνίας.

«Η οικονομική δυσχέρεια δεν είναι απλώς ένα λογιστικό πρόβλημα. Είναι μια κατάσταση που επαναπρογραμματίζει τη λειτουργία του εγκεφάλου», λέει ο κ. Παπανικολάου. 

«Η ανάγκη λήψης πολλαπλών οικονομικών αποφάσεων σε μικρό χρονικό διάστημα μειώνει την ικανότητα αυτοελέγχου, οδηγώντας συχνά σε παρορμητικές συμπεριφορές. 

Ο προμετωπιαίος φλοιός, το συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου μας, που είναι υπεύθυνο για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αρχίζει να υπολειτουργεί υπό το βάρος των ορμονών του στρες, ενώ ο συναισθηματικός βαθύς εγκέφαλος και κυρίως η αμυγδαλή, που είναι και το κέντρο του φόβου, υπολειτουργεί». 

Το αποτέλεσμα; «Η αδυναμία αγοράς ενός δώρου ή η αδυναμία φιλοξενίας ενός γιορτινού τραπεζιού βιώνεται από τον εγκέφαλο ως κοινωνική απειλή» και τούτο διότι ενεργοποιούνται οι ίδιες περιοχές που σχετίζονται με τον σωματικό πόνο, μετατρέποντας την οικονομική στέρηση σε βαθιά συναισθηματική εμπειρία.

Μετασυναίσθηση και κοινωνική σύγκριση

Ωστόσο, η ψυχική επιβάρυνση δε σταματά στο άγχος. Όπως εξηγεί ο κ. Παπανικολάου, σημαντικό ρόλο παίζει και η λεγόμενη «μετασυναίσθηση», που υπό όρους ψυχολογίας ορίζει μια διαδικασία όπου «το άτομο δε βιώνει μόνο άγχος για τα χρήματα, αλλά και ντροπή ή ενοχή επειδή η δική του ψυχική κατάσταση δε συνάδει με τη χαρά που “επιβάλλει” η κοινωνία». 

Εδώ, κεντρικό ρόλο στη “διεύρυνση” του προβλήματος δημιουργούν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία φαίνεται να εντείνουν το φαινόμενο. 

Οι πλατφόρμες μετατρέπονται σε ψηφιακές βιτρίνες υπερκατανάλωσης, όπου κυριαρχούν εικόνες αφθονίας και ευτυχίας. «Για τον κλάδο της Ψυχολογίας, υπάρχει μία θεωρία από το 1954 που είχε διατυπωθεί και λέει ότι τα άτομα αξιολογούν τον εαυτό τους ή κάποια άτομα αξιολογούν τον εαυτό τους - κυρίως αυτά που έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση, όταν τους συγκρίνουν με τους άλλους. 

Στη σημερινή, βεβαίως, εποχή της ψηφιοποίησης, κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων οι πλατφόρμες μετατρέπονται σε ψηφιακές βιτρίνες υπερκατανάλωσης». 

Αποτέλεσμα της εν λόγω επιρροής είναι ότι η οικονομική δυσκολία δε βιώνεται μόνο ως έλλειψη αγαθών, αλλά ως αποτυχία εκπλήρωσης του κυρίαρχου αφηγήματος της ευτυχίας - γεγονός το οποίο διευρυμένα και “συσσωρευμένα” εκπέμπουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων. 

Δώρα, ενοχή και ντροπή 

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο κ. Παπανικολάου και στον συμβολισμό των δώρων. 

«Το δώρο είναι μια συνεκτική αλυσίδα ανάμεσα σε αυτόν που το δίνει και σε αυτόν που το λαμβάνει», επισημαίνει, εκεί όπου δεν έχει τόσο σημασία η χρηματική του αξία, όσο η κατανόηση των αναγκών και της προσωπικότητας του άλλου.

Ωστόσο, την περίοδο των Χριστουγέννων, η προκαταβολική ενοχή για πιθανή απογοήτευση - είτε του συντρόφου είτε των παιδιών - λειτουργεί ως βασικό κίνητρο υπερκατανάλωσης. Πολλοί γονείς εξισώνουν άθελά τους την αγάπη με την υλική παροχή, φοβούμενοι ότι η έλλειψη δώρων θα τραυματίσει την ψυχή του παιδιού ή θα το περιθωριοποιήσει κοινωνικά. 

Παράδοξα, όμως, οι μνήμες που μένουν χαραγμένες από τα παιδικά Χριστούγεννα σπάνια σχετίζονται με ακριβά δώρα. 

«Είναι χαρακτηριστικό ότι, ειδικά στην περίοδο των Χριστουγέννων, όλων μας οι μνήμες δεν έχουν να κάνουν με τα υπερβολικά υλικά αγαθά, αλλά περισσότερο έχουν να κάνουν με τη συνύπαρξη, τη σχέση που έχει αναπτυχθεί. Με τις μνήμες συνύπαρξης εκείνης της χρονικής περιόδου», ανέφερε.

Η ενοχή («δεν έπρεπε να ξοδέψω τόσα») και η ντροπή («είμαι κακός γονιός γιατί δεν μπορώ να προσφέρω») αποτελούν τα δύο κυρίαρχα συναισθήματα της περιόδου, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο την ψυχική κατάσταση των ανθρώπων.

Μάλιστα, εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας αποτελεί και η αμφίπλευρη σχέση μεταξύ του “δότη” του δώρου αλλά και του αποδέκτη - εκεί όπου δημιουργείται μια συναισθηματική σύνδεση και όχι απλά μια ανταλλαγή υλικής αξίας. 

Όπως τονίζει ο κ. Παπανικολάου, «το δώρο πρέπει να πούμε ότι είναι μια συνεκτική αλυσίδα μεταξύ αυτού που το παίρνει και αυτού που το δίνει. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, το δώρο να έχει άμεση σχέση με το άτομο το οποίο πρέπει να του δώσουμε το δώρο».

«Εδώ πρέπει να μπούμε στη διαδικασία να αντιληφθούμε τι θέλει αυτός ο άνθρωπος (που λαμβάνει το δώρο)», σημειώνοντας πως «το δώρο δημιουργεί μια σχέση όταν όχι τόσο πολύ έχει μεγάλη αξία, αλλά όταν εγώ καταλάβω τις ανάγκες του άλλου. Όταν καταλάβω ότι αυτός ο άνθρωπος ο οποίος θα πάρει το δικό μου δώρο το εκτιμήσει. Όταν καταλάβω ότι τελικά αυτό που θα πάρει και θα το χρησιμοποιήσει και θα με θυμάται και αποτελεί ένα συνεκτικό κομμάτι μεταξύ εμού κι αυτού». 

Από εκεί και πέρα, εξαιρετικά σημαντικός είναι και ο τρόπος κατά τον οποίο κάποιος αποδέχεται το δώρο - εκεί όπου στο επίκεντρο τοποθετείται η αντίληψη της «αξίας». Όχι της «οικονομικής», αλλά της «συναισθηματικής». Εκεί όπου οι «προθέσεις» ξεπερνούν την υλιστική ανάγκη. 

Εδώ, λοιπόν, «ο τρόπος με τον οποίο δέχεται το άτομο το δώρο έχει επίσης μεγάλη αξία, ούτως ώστε να αντιληφθώ ότι ο άλλος μπήκε στη διαδικασία να καταλάβει τις προσωπικές μου ανάγκες και όχι τελικά να μου πάρει κάτι το οποίο ίσως έχει μεγαλύτερη αξία», υπογραμμίζοντας πως «το δώρο πρέπει να αποτελέσει μια ευκαιρία, ούτως ώστε να μπορέσω να συνδεθώ συναισθηματικά με τον άλλο. Είτε ως αυτός ο οποίος χαρίζει το δώρο, είτε ως αυτός ο οποίος δέχεται το δώρο».

Η μελαγχολία των γιορτών και η επόμενη μέρα 

Ωστόσο, με το τέλος των Χριστουγέννων, εκεί που τα φώτα σβήνουν, τα τραπέζια μαζεύονται, τα χρώματα ξεθωριάζουν και η επιστροφή στην καθημερινότητα αποτελεί μονόδρομο, πολλοί βιώνουν μια συναισθηματική πτώση. 

Ο κ. Παπανικολάου διαχωρίζει τρία φαινόμενα: την εποχική συναισθηματική διαταραχή (κλινική κατάσταση), τη μελαγχολία της περιόδου (χαρακτηριολογική) και τη μελαγχολία των γιορτών, η οποία έχει κυρίως κοινωνική βάση. 

Η τελευταία σχετίζεται με τη δυσαρμονία ανάμεσα στην πίεση «να περάσουμε καλά» και στις πραγματικές δυσκολίες της ζωής, εκεί που όπως εξηγεί ο ίδιος «οικονομικά προβλήματα, πένθος, μοναξιά ή προβληματικές σχέσεις, σε συνάρτηση με την ανάγκη συμμετοχής στην επίταση ότι πρέπει να συμμετέχουμε, ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι και χαρούμενοι». 

«Μία δυσαρμονία και κατ’ επέκταση μια στρεσογόνα κατάσταση, που μας αγχώνει ακόμα περισσότερο. Μας κάνει να νιώθουμε ακόμα περισσότερο δύσκολα και άρα λοιπόν μας προβληματίζει ακόμα περισσότερο».

Ωστόσο, όπως τονίζει, «ευτυχώς, για τους περισσότερους ανθρώπους, αυτή η μελαγχολία έχει ημερομηνία λήξης με το τέλος των εορτών και δε συνιστά παθολογική κατάσταση. 

Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, παρ’ όλα αυτά, το φαινόμενο της μεθεόρτιας μελαγχολίας είναι υπαρκτό, ιδιαίτερα σε όσους είχαν επενδύσει συναισθηματικά υπερβολικά στη γιορτινή περίοδο ή είχαν περάσει πολύ καλά και δυσκολεύονται να επιστρέψουν στην καθημερινότητα. 

Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν αντιμετωπίζει μια παθολογική κατάσταση ή ένας άνθρωπος ο οποίος δε βρίσκεται στα “δίχτυα” της κατάθλιψης, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ειδικά τη μελαγχολική κατάσταση είτε την περίοδο των γιορτών είτε τη μεθεόρτια μελαγχολία την αντιμετωπίζει αρκετά καλά και δεν αποτελεί ζήτημα ανησυχίας». 

Η ουσία των γιορτών 

Το κεντρικό μήνυμα, ωστόσο, του κ. Παπανικολάου είναι σαφές: «Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν αγοράζεται στα πολυκαταστήματα», αλλά εν αντιθέσει “χτίζεται” μέσα από την ειλικρινή επικοινωνία, την αποδοχή των ορίων χωρίς ντροπή και τη συναισθηματική παρουσία. 
Επομένως, σε μια εποχή που η υπερκατανάλωση παρουσιάζεται ως προϋπόθεση ευτυχίας, ίσως τα φετινά Χριστούγεννα αποτελούν μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού. Όχι με βάση το πόσα ξοδέψαμε, αλλά το πόσο παρόντες ήμασταν, ο ένας για τον άλλον, με την ανταλλαγή αναμνήσεων οι οποίες ακόμα και εάν «ξεχαστούν» θα παραμείνουν χαραγμένες εκεί που χτυπά ο ρυθμός του χριστουγεννιάτικου πνεύματος - την ψυχή και την καρδιά.

Πώς μιλάμε στα παιδιά για τις δυσκολίες 

Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα, ωστόσο, αφορά την επικοινωνία με τα παιδιά. 

«Η αποφυγή της συζήτησης για τις οικονομικές δυσκολίες είναι λάθος», τονίζει ο κ. Παπανικολάου. 

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται κυρίως το μη λεκτικό κομμάτι της επικοινωνίας - τον τόνο της φωνής, τις εκφράσεις, τη συναισθηματική ένταση - και συχνά φαντάζονται σενάρια χειρότερα από την πραγματικότητα. 

Άρα λοιπόν, «αντιλαμβάνονται και την ένταση και συχνά φαντάζονται πολλά σενάρια τα οποία είναι χειρότερα από την πραγματικότητα. Έτσι, θα λέγαμε ότι πρέπει να υπάρχει μια ειλικρινής επικοινωνία, η οποία είναι απαραίτητη», λέει, τονίζοντας πως εδώ η «επικοινωνία» του ζητήματος πρέπει να γίνεται με όρους όπου «οδηγός της συζήτησης αυτής πρέπει να είναι η ηλικιακή ομάδα». 

Για παράδειγμα όσον αφορά τα μικρά παιδιά, προσχολικής ηλικίας μέχρι τα 5-6 χρόνια, «θα μπορούσε να “επιστρατευτεί” ο Άγιος Βασίλης που εκεί ίσως να έχει χώρο στο έλκηθρο για ένα μόνο ξεχωριστό δώρο για κάθε παιδί φέτος, άρα λοιπόν: Ποιο είναι το πιο σημαντικό δώρο για εσένα;». 

Για τα παιδιά ηλικίας 6-10 ετών, η προσέγγιση αρχίζει να διαφοροποιείται, καθώς εδώ αρχίζουν «να μπαίνουν κάποιες προτεραιότητες στο παιδί. Άρα εδώ, αυτό που μπορεί να μεταφερθεί είναι π.χ. “Ο οικογενειακός μας κουμπαράς πρέπει να φροντίσει πρώτα τη ζέστη του σπιτιού και μετά το φαγητό μας. Θα είμαστε λοιπόν πιο προσεκτικοί, θα παίξουμε ωστόσο πάρα πολλά παιχνίδια μαζί”». 

Η προσέγγιση, ωστόσο, διαφοροποιείται για παιδιά προεφηβικής ή εφηβικής ηλικίας, δηλαδή από τα 11-18 χρόνια, με τον ίδιο να τονίζει την ανάγκη μεταφοράς του προβλήματος με διαφάνεια, συμμετοχή και με οδηγό την ενσυναίσθηση. Ο γονέας θα μπορούσε, όπως λέει ο κ. Παπανικολάου, να μεταφέρει τη συζήτηση ως εξής: «Πρέπει να είμαι ειλικρινής μαζί σου, πρέπει να λειτουργήσουμε έτσι διότι τα οικονομικά μας είναι πιεσμένα, έχουμε ένα συγκεκριμένο ποσό για δώρα. Πώς σκέφτεσαι να το αξιοποιήσεις;». 

Ως εκ τούτου, η ειλικρινής επικοινωνία, προσαρμοσμένη στην ηλικία του παιδιού, είναι καθοριστική. Για τα μικρότερα παιδιά μπορεί να αξιοποιηθεί η φαντασία, ενώ για τα μεγαλύτερα απαιτείται διαφάνεια και συμμετοχή στις αποφάσεις. Με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται η ενσυναίσθηση και η ικανότητα διαχείρισης της ματαίωσης - δεξιότητες κρίσιμες για την ενήλικη ζωή. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News