Το γλαύκωμα θεωρείται δικαίως η «σιωπηλή νόσος που κλέβει την όραση». Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που εξελίσσεται αργά, χωρίς πόνο και χωρίς εμφανή συμπτώματα, με αποτέλεσμα να διαγιγνώσκεται συχνά όταν έχει ήδη προκληθεί μη αναστρέψιμη βλάβη στο οπτικό νεύρο.
Η απώλεια ξεκινά από την περιφερειακή όραση, κάτι που οι περισσότεροι ασθενείς αντιλαμβάνονται πολύ αργά.
Σύμφωνα με διεθνείς και ελληνικές μελέτες, το γλαύκωμα εμφανίζεται στο 2,5% των ατόμων άνω των 45 ετών, ενώ στην Ελλάδα ο επιπολασμός φτάνει στο 5,5% για τους άνω των 60, δείχνοντας σημαντική αύξηση με την ηλικία.
Περίπου 170.000 Έλληνες πάσχουν από τη νόσο, ενώ το 50% των ασθενών δεν το γνωρίζουν καν, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερημένη διάγνωση και αυξημένο κίνδυνο τύφλωσης.
Οι ψυχολογικές συνέπειες είναι επίσης σοβαρές: έως και 30% των ασθενών αναπτύσσουν άγχος ή κατάθλιψη εξαιτίας της σταδιακής απώλειας όρασης.
Με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος (8–14 Μαρτίου), η Ελληνική Εταιρεία Γλαυκώματος πραγματοποίησε ειδική εκδήλωση στην Αθήνα, αναδεικνύοντας τη σημασία της πρόληψης. Μάλιστα, στο πλαίσιο της καμπάνιας ευαισθητοποίησης, φωταγωγήθηκε σε πράσινο χρώμα μέρος της πρόσοψης της Βουλής, ως μήνυμα αφύπνισης προς το κοινό.
Ομάδες υψηλού κινδύνου
Ορισμένες κατηγορίες ατόμων εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν γλαύκωμα: ηλικιωμένοι άνω των 60 ετών, άτομα με οικογενειακό ιστορικό, άτομα με υψηλή μυωπία, χρήστες κορτικοστεροειδών, ειδικά οφθαλμικών, άνθρωποι αφρικανικής ή ασιατικής καταγωγής.
Η κληρονομικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς ο κίνδυνος είναι 4 έως 10 φορές μεγαλύτερος για όσους έχουν συγγενή με τη νόσο.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητα
Το γλαύκωμα μπορεί να προκαλέσει: δυσκολία στην οδήγηση και εκτίμηση αποστάσεων, μειωμένη νυχτερινή όραση, αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, ψυχολογικές επιπτώσεις όπως άγχος και κατάθλιψη.
Οι οφθαλμίατροι τονίζουν ότι μετά τα 40–45 έτη, ο προληπτικός έλεγχος πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο, ενώ πριν τα 40 κάθε δύο χρόνια.
Οι απαραίτητες εξετάσεις περιλαμβάνουν: τονομέτρηση (μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης), OCT (απεικόνιση νευρικών ινών), οπτικά πεδία, γωνιοσκοπία, εξέταση, οπτικού νεύρου. Η σύγχρονη τεχνολογία πλέον επιτρέπει τη διάγνωση σε πρώιμο στάδιο, αποτρέποντας την εξέλιξη της νόσου.
Το γλαύκωμα δεν θεραπεύεται πλήρως, αλλά ελέγχεται αποτελεσματικά με: κολλύρια (πρώτη επιλογή θεραπείας), laser SLT, χειρουργικές τεχνικές, όπως τραμπεκουλεκτομή, βαλβίδες και σύγχρονες ελάχιστα επεμβατικές μέθοδοι.
Ο στόχος είναι η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και η επιβράδυνση της εξέλιξης.
Το μήνυμα των ειδικών
Ο Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος, Ευθύμιος Καρμίρης, τονίζει:
«Το γλαύκωμα δεν πονά, δεν προειδοποιεί. Κλέβει σιωπηλά την όραση. Μην το αφήσετε να σας τυφλώσει από άγνοια».
Η μεγαλύτερη απειλή είναι ότι 1 στους 2 πάσχοντες είναι ανυποψίαστος. Η ενημέρωση και η έγκαιρη διάγνωση αποτελούν το μοναδικό μέσο προστασίας.
