Από το μικρό χωριό Εθιά της Κρήτης ξεκίνησε η πορεία του Αγίου Ευμενίου, ενός σύγχρονου Αγίου που ξεχώρισε για τη βαθιά του πίστη και, κυρίως, για την απέραντη αγάπη του προς τον Θεό και κάθε άνθρωπο. Οι διδαχές και οι μαρτυρίες γύρω από τη ζωή του φωτίζουν μια σπάνια πνευματική στάση, όπου η προσευχή δεν είχε όρια και αγκάλιαζε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Μέσα από τις παραινέσεις του, αποκαλύπτεται μια συγκλονιστική προσευχή αγάπης, που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα, φτάνοντας μέχρι το σημείο να ζητά τη σωτηρία ακόμη και του Ιούδα και του ίδιου του διαβόλου. Μια στάση που γεννά ερωτήματα, αλλά και αποκαλύπτει το βάθος της σχέσης του με τον Χριστό, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος βίωνε τη θεϊκή παρουσία.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει το pemptousia.gr, κάτι, που μας έκανε εντύπωσι από τον πατέρα Ευμένιο, ήταν η μοναδική προσευχή αγάπης, που έκανε:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσης όλους τους ανθρώπους».
«Κι εχάρη ο Θεός», μας έλεγε.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσης όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσης».
«Κι εχάρη ο Θεός», μας έλεγε.
«Θέλω να σώσης και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσης».
«Κι εχάρη πολύ ο Θεός», μας έλεγε.
«Χριστέ μου, θέλω να σώσης όλους τους από αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα».
«Κι εχάρη ο Θεός πολύ», μας έλεγε.
«Θεέ μου, θέλω να σώσης και τον Ιούδα. Θέλω να σώσης και τον διάβολο».
«Κι ελυπήθη ο Θεός», μας έλεγε.
Όταν ρωτήσαμε: «Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;», μας απάντησε: «Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί. Δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο».
Και στην απορία μας, πως καταλάβαινε πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη, ο Γέροντας μας απάντησε: «Άμα η καρδιά σου γίνη ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται».
