Το Μεγάλο Σάββατο στο παλιό Ηράκλειο της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μια μοναδική σύνθεση κατάνυξης, κοινωνικής ζωής και έντονης προσμονής για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Πολύτιμες μαρτυρίες για εκείνη την εποχή έχει καταγράψει στο βιβλίο του «Λες και ήταν χθες! Μνήμες... από το παλιό Ηράκλειο» ο τ. Προϊστάμενος της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Δημήτρης Χ. Σάββας, που έχει καταγράψει με ζωντάνια εικόνες και βιώματα μιας άλλης εποχής.
Ήδη από τη Μεγάλη Παρασκευή, η πόλη ζούσε σε ρυθμούς βαθιάς συγκίνησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο παραπέμπντας και σε δημοσιεύματα της εποχής «εις όλους τους ναούς της πόλεώς μας παρετηρήθη χθες απόγευμα, όπως κατ’ έτος συμβαίνει, εξαιρετική κίνησις» (Μ.Σάββατο 11 Απριλίου 1936, Εφημερίδα «Ελευθέρα σκέψις»). Οι λιγοστές εκκλησίες του Ηρακλείου - ο Άγιος Μηνάς, ο Άγιος Τίτος, ο Άγιος Ματθαίος, η Αγία Τριάδα, η Αγία Παρασκευή- γέμιζαν από πιστούς, ενώ οι επιτάφιοι στολίζονταν με φροντίδα και ευαισθησία από τις νέες κοπέλες κάθε ενορίας.
Η περιγραφή του στολισμού είναι χαρακτηριστική της εποχής: «Αι δεσποινίδες της περιφερείας εκάστου Ναού από της πρωΐας ήρχισαν τον στολισμόν των Επιταφίων, αμιλλώμεναι δια την επί το καλαίσθητον εμφάνισιν εκάστου αυτών». Ο στολισμός δεν ήταν απλώς μια διαδικασία, αλλά μια άτυπη “ιερή άμιλλα”, όπου η αισθητική και η φροντίδα αποτυπώνονταν σε κάθε λουλούδι.
Οι επιτάφιοι της πόλης συναντιούνταν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στο Μεϊντάνι, δημιουργώντας μια συγκλονιστική εικόνα ενότητας. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «τη Μεγάλη Παρασκευή συναντιόντουσαν όλοι οι επιτάφιοι της πόλης στο Μεϊντάνι… και στη βαρέλα ανέβαινε ο Μητροπολίτης Κρήτης… για να ευλογήσουν τους συγκεντρωμένους Επιταφίους». Η στιγμή αυτή αποτελούσε κορυφαία έκφραση της συλλογικότητας και της πίστης των Ηρακλειωτών.
Με το ξημέρωμα του Μεγάλου Σαββάτου, το σκηνικό άλλαζε, χωρίς όμως να χάνει την έντασή του. Η αγορά της πόλης ζωντάνευε από νωρίς. Όπως περιγράφεται γλαφυρά, «η αγορά φυσικά από νωρίς στο πόδι με τους μαγαζατόρους ανήσυχους να βιάζονται μέχρι να εξυπηρετήσουν και τον τελευταίο τους πελάτη». Στα στενά τσαρσιά και στους κεντρικούς δρόμους επικρατούσε συνωστισμός, καθώς όλοι ετοίμαζαν το πασχαλινό τραπέζι: «ΕΠΡΕΠΕ όλοι τους να τα προλάβουν όλα. Τώρα ειδικά δεν πρέπει να λείψει τίποτα από το λαμπριάτικο τραπέζι».
Παράλληλα, η προσωπική προετοιμασία είχε τη δική της σημασία. Οι άνδρες της εποχής περνούσαν από τον μπαρμπέρη για να περιποιηθούν την εμφάνισή τους, θέλοντας να υποδεχθούν την Ανάσταση με ευπρέπεια και σεβασμό.
Η κορύφωση ερχόταν το βράδυ. Με το άκουσμα της καμπάνας του Αγίου Μηνά, οι οικογένειες έσπευδαν στον ναό. Η περιγραφή είναι χαρακτηριστική: «με το χτύπημα της καμπάνας… να τρέξουν μαζί με τις οικογένειές τους για ν’ ακούσουν το Χριστός Ανέστη». Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική, φωτεινή, γεμάτη συγκίνηση και ελπίδα.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στις μορφές που σημάδεψαν τις λειτουργίες εκείνης της εποχής. Οι πιστοί θυμούνται τον Μητροπολίτη Ευγένιο «χαρούμενο και ευδιάθετο να αναγγέλει το χαρμόσυνο γεγονός της Αναστάσεως», ενώ ξεχωριστή ήταν η παρουσία των ιεροψαλτών και των ιερέων που με τη φωνή και το ήθος τους δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα.
Το μήνυμα της Ανάστασης αντηχούσε σε όλη την πόλη, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Χριστός Ανέστη! Αυτό ήταν το μήνυμα θριάμβου που αντηχούσε, απ’ άκρη σε άκρη εκείνον τον καιρό στο Μεγάλο Κάστρο». Ήταν μια εμπειρία βαθιά συλλογική, όπου η πίστη, η παράδοση και η καθημερινότητα συνυφαίνονταν με τρόπο αυθεντικό.
Το Μεγάλο Σάββατο στο παλιό Ηράκλειο δεν ήταν απλώς μια ημέρα αναμονής, αλλά μια ζωντανή εμπειρία που ένωνε τους ανθρώπους. Μνήμες μιας εποχής όπου το Πάσχα είχε έντονο κοινοτικό χαρακτήρα και κάθε στιγμή του ήταν φορτισμένη με νόημα, συναίσθημα και βαθιά πίστη.