Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, που γεννήθηκε στο Λιβίσι της Μικράς Ασίας το 1920 και κοιμήθηκε το 1991 στην Εύβοια, αποτελεί μία από τις πιο ξεχωριστές αγιασμένες μορφές του 20ού αιώνα. Με καταγωγή από οικογένεια προσφύγων, μεγαλώνει μέσα σε κακουχίες και βιώνει από παιδί τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον σκληρό ξεριζωμό των Ελλήνων. Παρά τις δυσκολίες, από πολύ μικρός δείχνει κλίση στη λατρεία και τη μοναχική ζωή, ενώ οι συγχωριανοί τον αποκαλούν «καλόγερο» για τον τρόπο που ζει και προσεύχεται.

Η οικογένειά του εγκαθίσταται αρχικά στην Άμφισσα και στη συνέχεια στη Φαράκλα Ευβοίας. Ο νεαρός Ιάκωβος μεγαλώνει δουλεύοντας σκληρά για να στηρίξει το σπίτι του, ενώ η υγεία του δοκιμάζεται πολλές φορές. Παρ’ όλα αυτά, η βαθιά του πίστη τον οδηγεί να αφιερωθεί οριστικά στον Θεό μετά τον γάμο της αδελφής του - όπως είχε υποσχεθεί στη μητέρα του πριν πεθάνει.
Το 1951 φτάνει στη Μονή Οσίου Δαυίδ, η οποία εκείνη την εποχή βρίσκεται σχεδόν εγκαταλελειμμένη. Παρά τις αντιξοότητες και την ψυχρή αντιμετώπιση, ο Ιάκωβος μένει, εργάζεται αδιάκοπα, ανακαινίζει, προσεύχεται και προσφέρει. Το 1952 γίνεται μοναχός και λίγο αργότερα ιερέας. Με τον καιρό, ο ασκητικός τρόπος ζωής του, η πηγαία καλοσύνη και η πνευματική του δύναμη τον καθιστούν μορφή αναφοράς για χιλιάδες ανθρώπους.
Το 1975 ορίζεται ηγούμενος της Μονής και από τότε το μοναστήρι μεταμορφώνεται σε κέντρο προσευχής και παρηγοριάς για ολόκληρη την Ελλάδα. Ο π. Ιάκωβος, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν για δεκαετίες, συνεχίζει να εξομολογεί, να ευλογεί, να στηρίζει και να θαυματουργεί με ταπείνωση και αφοσίωση.
Στις 21 Νοεμβρίου 1991, ανήμερα των Εισοδίων της Θεοτόκου, μετά τη Θεία Λειτουργία και τη Θεία Μετάληψη, ο Γέροντας Ιάκωβος αναχωρεί ειρηνικά προς τον Κύριο. Η Εκκλησία τον αναγνώρισε ως Άγιο, τιμώντας τον ως μία από τις φωτεινότερες μορφές της εποχής μας.
