Η αληθινή “κατάθεση ψυχής” του Κωστή Αβυσσινού έγινε φάρος για πολλούς που αγαπούν τη μουσική και ταξιδεύουν μέσω αυτής. Όσο για τον ίδιο, η μουσική είναι ένα λαμπρό φως μέσα του, που τον κάνει να ανακαλύπτει το μέγεθος της αγάπης, την ελπίδα, τα όνειρα και όλα αυτά που συνθέτουν την ύπαρξή του.
Τα κρυμμένα κομμάτια του μουσικού του εαυτού τα ανακάλυψε νωρίς, στα 8 του περίπου χρόνια, που ξεκίνησε να παίζει κρυφά μπουζούκι και να εκφράζει στους φίλους του το κρυμμένο του μεράκι. Ναι, ήταν μεγαλωμένος σε ένα μουσικό περιβάλλον, δέχτηκε ερεθίσματα, όχι όμως και την καθοδήγηση για να αφιερωθεί και αυτός στη μουσική, ήταν το δικό του μεράκι! Ο Κωστής, σχολώντας από το σχολείο, έπαιρνε τα κλειδιά του μαγαζιού του πατέρα του και πήγαινε με τους φίλους του για να κάνουν παρέα και να τους κεράσει μεζεδάκια. Αυτό ήξερε ο πατέρας του Γιώργος Αβυσσινός, μέχρι που μια μέρα περνούσε από το μαγαζί, άκουσε μουσική και από περιέργεια μπήκε για να δει ποιος παίζει...
Μεγάλη ήταν η έκπληξή του όταν αντίκρισε τον γιο του, τον Κωστή, να παίζει μπουζούκι, μεγάλη όμως ήταν και η αμηχανία του Κωστή, που μόλις αντίκρισε τον πατέρα του σταμάτησε να παίζει. Βλέποντας τον ο Γιώργος Αβυσσινός να αφήνει το μπουζούκι από τα χέρια του, του χαμογέλασε και έφυγε... Έτσι με τον δικό του τρόπο του έδειξε ότι δεν πρέπει να σταματήσει και έτσι ξεκίνησε η μουσική του ενασχόληση.

Ο Κωστής Αβυσσινός από μικρός είχε “μουσικό αφτί” και μπορούσε να διαισθανθεί και να τραγουδήσει σωστά. Άκουγε μελωδίες και έπειτα τις έπαιζε με ευκολία στο μπουζούκι. Την περίοδο αυτή μάλιστα άκουγε αρκετά Μάρκο Βαμβακάρη και τον αποτύπωνε μουσικά. Ο καιρός που θα συνόδευε με μπουζούκι τον πατέρα του Γιώργο Αβυσσινό δεν άργησε.
Όταν έπαιζε βιολί στο μαγαζί τους, ήταν στο πλευρό του και έχει και μια ηχογράφηση στην οποία παίζει βιολί ο πατέρας του και τον συνοδεύει αυτός με μπουζούκι και ο Μανόλης Φραγκούλης με κιθάρα.
Στα 15 με 16 του χρόνια ο Κωστής παρακολουθεί για 3 χρόνια μαθήματα κλασικής κιθάρας στο πλευρό του Νίκου Θεοδωράκη. Έτσι συνεχίζει να συνοδεύει τον πατέρα του πλέον με κιθάρα. Παράλληλα, βέβαια, έπιασε το λαούτο και το μαντολίνο και στο τέλος καθιέρωσε το λαούτο ως όργανο στις εμφανίσεις με τον πατέρα του. Την κιθάρα την εμφάνιζε μόνο στις κοντυλιές. Ο Γιώργος Αβυσσινός σε κάθε τους εμφάνιση άφηνε χρόνο για να παρουσιάσει ο γιος του ο Κωστής με το μπουζούκι ένα μουσικό μέρος από τα τραγούδια που αγαπάει, δηλαδή τα ρεμπέτικα. Ήταν μεγάλος δάσκαλος για τον ίδιο ο πατέρας του και σαν γιος με πατέρα έζησαν μόνο όμορφες περιπέτειες. Στις εμφανίσεις τους το μεγαλύτερο μέρος ήταν κοντά στην παράδοση της Κρήτης, ήταν όμως εκφραστές και άλλων παραδόσεων. Έπαιζαν δημοτικά, νησιώτικα, καλαματιανά, ακόμα και μάμπο, ταγκό, βαλς...
Δυστυχώς, στα 50 του χρόνια ο πατέρας του Γιώργος Αβυσσινός είχε ένα ατύχημα και από εκεί και μετά δεν έγραφε, ούτε έπαιζε βιολί. Μέχρι αυτή βέβαια την ηλικία είχε κατορθώσει να γράψει επιτυχίες που τον έκαναν γνωστό όχι μόνο στην Κρήτη. Ταξίδεψε μαζί με τον γιο του σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, αλλά και σε πολλές χώρες στην Ευρώπη, καθώς και σε Αμερική και Καναδά. Παντού και όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι του, ο “Αβυσσινός”, «το επίθετό μας δεν το ήξεραν. Σφακιανάκη δεν τον φώναζαν ποτέ», λέει ο Κωστής Αβυσσινός.
Ραντεβού... στου Αβυσσινού
Το μαγαζί του Γιώργου Αβυσσινού είχε γίνει γνωστό και φιλοξενούσε μουσικούς, ορχήστρες, όλοι έδιναν ραντεβού εκεί και έστηναν παρέες. Εκεί πήγαιναν από γιατροί έως λιμενεργάτες, αλλά και διάσημοι, όπως ο Μάνος Κατράκης, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Κώστας Βουτσάς... Όλοι τον ήξεραν και τον επισκέπτονταν. Ο Κωστής Αβυσσινός ασχολήθηκε αρκετά με το πρώτο μαγαζί στο Σκαλάνι, που είχε ξεκινήσει από τον πατέρα του, αλλά και με το δεύτερο μεγαλύτερο μαγαζί που άνοιξε ο ίδιος στην πορεία στα Σπήλια, και σ’ αυτό το δεύτερο μαγαζί ουσιαστικά ανατράφηκε μουσικά ο Κωστής Αβυσσινός.

Ο ίδιος θυμάται το μαγαζί πάντα γεμάτο και δε θα ξεχάσει μετά από τους χορούς και τη διασκέδαση το μουσικό μερακλίκι του πατέρα του. Απολάμβανε τόσο τη στιγμή που δεν ήθελε να ακούει τίποτε άλλο πέρα από τις δοξαριές. Έκλεινε τα μηχανήματα του ήχου και φώναζε τον μάγειρα για να κλείσει ακόμα και το ψυγείο για να μην υπάρχει κανένας θόρυβος. Έπειτα ξεκινούσε να παίζει κοντυλιές της νύχτας...
Με όλα αυτά μεγάλωσε και καλλιεργήθηκε μουσικά ο Κωστής, γι’ αυτό και ο ίδιος επιλέγει να παίζει αισθαντικά... Για τον ίδιο τα μουσικά όργανα είναι νταλκάς, μεράκι, δεν είναι δουλειά, γι’ αυτό και στις πενιές του κρύβονται τα συναισθήματά του, οι στιγμές της ζωής του. Όταν είναι χαρούμενος φαίνεται στην πενιά του, όταν είναι λυπημένος παίζει πιο βαριά, πιο νταλκαδιάρικα. Οι αυτοσχεδιασμοί του είναι κατάθεση ψυχής και, όπως λέει ο ίδιος, «όπως πεταρίζει η ψυχούλα μου παίζω, γι’ αυτό και κάθε παίξιμο είναι διαφορετικό. Κάθε παίξιμο ακολουθεί την κατάσταση που βρίσκομαι, άλλοτε έχει κάτι περισσότερο και άλλοτε κάτι λιγότερο. Το συναίσθημα είναι διαφορετικό κάθε φορά. Βέβαια, ένας καλλιτέχνης θα κάτσει στο πατάρι και θα παίξει, θα τραγουδήσει για τον κόσμο. Εκεί θέλει δύναμη και θέληση να το ευχαριστηθεί ο ίδιος για να το ευχαριστηθεί και ο κόσμος.
Ο γέρος μου κάποιες βραδιές δεν είχε όρεξη και με το μαγαζί γεμάτο θυμάμαι και έλεγε: “Παιδιά, θα παίξω μια κοντύλια και μετά δεν παίζω, σήμερο δεν μπορώ”. Έτσι είναι, είχε δίκιο, είναι προτιμότερο να πεις δεν μπορώ, παρά να παίξεις και να μη βγει όπως πρέπει. Η μουσική είναι θείο δώρο και ο κόσμος, αν σε ξέρει, θα καταλάβει».
Κοντά στον πατέρα του ο Κωστής απολάμβανε πολλά, μα πάνω απ’ όλα την αγάπη του. Δεν τον δρομολόγησε μουσικά, τον άφησε ελεύθερο να ακολουθήσει τα μουσικά μονοπάτια της καρδιάς του. Πίστευε ότι ο κάθε καλλιτέχνης έχει το χρώμα του και μ’ αυτό προίκισε τον γιο του. Μια δημώδης κοντυλιά διαφορετικά ακούγεται στον καθένα. Βέβαια, όπως κι αν αποδίδει ο Κωστής με τον δικό του τρόπο και χρώμα, το “αβυσσινέζικο χρώμα” βγαίνει, και εκεί έρχεται να προστεθεί το μουσικό βίωμα που το πέρασμα του χρόνου το αποκαλύπτει και το μεταφράζει στην πορεία του καλλιτέχνη.
Συνεργασίες και δισκογραφία - Δίπλα σε κορυφαίους καλλιτέχνες
Στο πλευρό του πατέρα του είχε την τύχη να έχει συμμετοχή σε αρκετές εκδηλώσεις. Αξέχαστες όμως θα του μείνουν οι εκδηλώσεις τους με τη Δόμνα Σαμίου και τον Αριστείδη Μόσχο, με τον μαέστρο Νίκο Μαμαγκάκη, με τους Θανάση Σκορδαλό, Κώστα Μουντάκη, Μανόλη Μανουρά, Βασίλη Σκουλά... και τους περισσότερους καλλιτέχνες της Κρήτης, εξαιτίας των εμφανίσεών τους στο μαγαζί του Γιώργου Αβυσσινού, καθώς και με τον Χρήστο Κωνσταντίνου. Έπαιζε φοβερό μπουζούκι και ταμπουρά. Τον είχε φέρει ο Θεοδωράκης στην ομάδα του με τον Κώστα Παπαδόπουλο κι έπειτα έκατσε δίπλα στον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου, και στη συνέχεια είχε συνεργασίες με Αλεξίου, Νταλάρα... Το παίξιμό του έχει στιγματίσει την ελληνική δισκογραφία και στον δίσκο με τίτλο “Κάνω τη ρίζα μου φτερό” τραγουδάει ένα τραγούδι ο Κωστής Αβυσσινός.
Συνεργάστηκε ακόμη με το μέλος των “Χαΐνηδων” Βαγγέλη Βαρδάκη. Ο θείος του Βαγγέλη Βαρδάκη, ο Αντώνης, έπαιζε μαντολίνο και ήταν φίλοι με τον Γιώργο Αβυσσινό. Ο Βαγγέλης Βαρδάκης δε συναντήθηκε νωρίτερα με τον Κωστή Αβυσσινό, γιατί την περίοδο που έκαναν παρέα ο πατέρας του με τον θείο του Βαγγέλη, εκείνος σπούδαζε. Όταν συναντήθηκαν όμως αντιλήφθηκαν από την πρώτη στιγμή τη μουσική τους χημεία εξαιτίας των κοινών βιωμάτων.
Οι δισκογραφίες του Κωστή Αβυσσινού:
- “Του Λιβυκού το πέλαγος”, Κωστής Αβυσσινός- Δημήτρης Αποστολάκης.
- Συμμετοχές σε αρκετούς δίσκους.
- “Νόστος”, Κωστής Αβυσσινός.
