«Η λέξη λειψυδρία πλέον δεν μπορεί να περιγράψει την κατάσταση του πλανήτη»: αυτό σε ελεύθερη μετάφραση γράφει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στην έκθεση που έφτασε χθες στη δημοσιότητα για το 2026. Οι ερευνητές που πήραν μέρος σε αυτήν από το Ινστιτούτο για το Νερό, το Περιβάλλον και την Υγεία (UNU-INWEH) επέλεξαν να ονομάσουν αυτό το φαινόμενο, «που ξεπερνάει τη λειψυδρία» - δίνοντας τίτλο στην έκθεση - «Παγκόσμια υδάτινη χρεωκοπία».
Οι συντάκτες του Ινστιτούτου εξηγούν πως πλέον ο πλανήτης ζει μία εποχή όπου η κρίση στο νερό έχει “περάσει τα όρια” της αντοχής του πλανήτη. Μέσα σε αυτό το νέο οριακό πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκει τον εαυτό της στη 19η θέση παγκοσμίως, μπροστά σε αυτόν τον τεράστιο κίνδυνο.
Οι ερευνητές λοιπόν ξεκαθαρίζουν εξαρχής πως αυτό το λεγόμενο “κραχ” στο νερό δεν είναι ένα επικίνδυνο φαινόμενο που πρόκειται να έρθει, αλλά είναι η σημερινή πραγματικότητα. Όπως γράφουν, «πολλά συστήματα νερού, τα οποία χρησιμοποιούν κατά τόπους τα κράτη, έχουν φτάσει σε μία κατάσταση “αποσύνθεσης” έπειτα από τη συνεχόμενη κρίση λειψυδρίας, σε τέτοιο επίπεδο που η κατάσταση είναι πλέον μη αναστρέψιμη».
Όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, αυτή η υδάτινη χρεωκοπία ορίζεται με αυτή τη συνεχόμενη “αποσύνθεση” των συστημάτων νερού και διαμορφώνει ένα νέο status quo για το νερό: «Η μακροχρόνια υπερκατανάλωση και η ρύπανση του νερού έχει πλέον ξεπεράσει τα επίπεδα στα οποία μπορεί να ανανεωθούν οι υδάτινες πηγές και να ισχύουν τα ασφαλή όρια κατανάλωσης που υπήρχαν κάποτε».
Εντούτοις, σύμφωνα με τους συντάκτες, ο όρος “λειψυδρία” (την οποία συγκεκριμένα αναγράφουν ως «water crisis») δεν είναι πια αρκετός για να περιγράψει τη νέα πραγματικότητα του πλανήτη. Και εξηγούν: «Οι ποταμοί, οι λίμνες, οι πάγοι και όλες οι υπόλοιπες πηγές που μπορούν να θεωρηθούν “φυσικά αποθέματα” νερού δεν μπορούν πλέον να ανακάμψουν στην κατάσταση που ήταν παλαιότερα. Το να περιγράψουμε ένα τέτοιο φαινόμενο με όρους όπως η λειψυδρία υποδεικνύει μία βραχυπρόθεσμη κρίση. Πλέον έχουμε ξεπεράσει τα όρια μίας τέτοιας κατάστασης».
Τα 3/4 του πληθυσμού ζουν σε συνθήκες λειψυδρίας
Περίπου 2,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι στερούνται ασφαλώς διαχειριζόμενου πόσιμου νερού, ενώ 3,5 δισεκατομμύρια δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλή αποχέτευση. Σχεδόν 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη νερού για τουλάχιστον έναν μήνα τον χρόνο. Το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρες που χαρακτηρίζονται υδατικά ανασφαλείς ή σε κρίσιμη κατάσταση. Οι επιφανειακοί υδάτινοι πόροι συρρικνώνονται δραματικά. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πάνω από τις μισές μεγάλες λίμνες του κόσμου έχουν χάσει νερό, πλήττοντας άμεσα την καθημερινότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα τελευταία 50 χρόνια, ο πλανήτης έχασε 410 εκατομμύρια εκτάρια φυσικών υγροτόπων, μία έκταση ίση περίπου με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η απώλεια οικοσυστημικών υπηρεσιών από αυτούς τους υγροτόπους αποτιμάται σε πάνω από 5,1 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό αντίστοιχο με το ΑΕΠ 135 από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου μαζί. Περίπου το 70% των μεγάλων παγκόσμιων υδροφορέων καταγράφουν μακροπρόθεσμη πτώση. Η υπερκατανάλωση του νερού οδηγεί ήδη σε καθίζηση εδάφους πάνω από έκταση 6 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, επηρεάζοντας σχεδόν 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους και αυξάνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών σε παράκτιες ζώνες και μεγαλουπόλεις.
Μειώνεται η ποσότητα και η ποιότητα του νερού
Παράλληλα, δεν είναι μόνο η ποσότητα του νερού που μειώνεται, αλλά και η ποιότητά του επιδεινώνεται: τα ανεπεξέργαστα λύματα, γεωργικά απόβλητα, βιομηχανικοί ρύποι και αλατότητα περιορίζουν το “χρηστικό” νερό και επιταχύνουν την υδρολογική κατάρρευση. Ο υδάτινος πλούτος μικραίνει όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά. Για να γίνει λίγο πιο κατανοητό βέβαια, για την απώλεια της ποσότητας εξίσου, αξίζει να σημειωθεί πως από το 1970 έχει χαθεί άνω του 30% της μάζας παγετώνων σε πολλές ορεινές περιοχές. Ορισμένες οροσειρές κινδυνεύουν να χάσουν πλήρως τους λειτουργικούς παγετώνες μέσα στις επόμενες δεκαετίες - εξέλιξη που απειλεί εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που βασίζονται στα νερά από το λειώσιμο χιονιού και πάγου.
Η γεωργία είναι βέβαια εκείνη που απορροφά περίπου το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης γλυκού νερού, με ισχυρή εξάρτηση από υπόγεια ύδατα, τα οποία εξαντλούνται ταχύτερα απ’ ό,τι αναπληρώνονται. Παγκοσμίως, 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι και πάνω από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων βρίσκονται σε περιοχές όπου τα αποθέματα νερού μειώνονται ή είναι ασταθή. Πάνω από 170 εκατομμύρια εκτάρια αρδευόμενων καλλιεργειών βρίσκονται υπό υψηλή ή πολύ υψηλή πίεση νερού, ενώ η αλατότητα έχει υποβαθμίσει δεκάδες εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργήσιμης γης.
Οι επιπτώσεις: Οικονομικό και ανθρώπινο κόστος
Αυτή η χρεωκοπία, σύμφωνα πάντα με τους ερευνητές, δε μένει στα όρια της ποιοτικής και ποσοτικής απώλειας του νερού: υπάρχουν βάσιμες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που εμφανίζονται. Σύμφωνα με την έκθεση, οι ξηρασίες κοστίζουν περίπου 307 δισ. δολάρια ετησίως, περισσότερο από το ΑΕΠ των 3/4 των κρατών-μελών του ΟΗΕ. Πλέον όμως δεν είναι μόνο φυσικές: η ανθρωπογενής υπεράντληση και υποβάθμιση δημιουργεί υδρολογικά ελλείμματα που καθιστούν την ξηρασία κοινωνικό και οικονομικό σοκ. Χωρίς μέριμνα για την ισότητα, το κόστος προσαρμογής θα επιβαρύνει υπερβολικά τους αγρότες, τις αγροτικές κοινότητες, τους αυτόχθονες πληθυσμούς, τις γυναίκες και τους νέους. Αυτή η ανισότητα δημιουργεί προϋποθέσεις κοινωνικής αναταραχής, μετακινήσεων πληθυσμών και συγκρούσεων.
Η έκθεση υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εγκαταλείψουν τη λογική της διαχείρισης κρίσεων και να υιοθετήσουν στρατηγική «διαχείρισης αυτής της πτώχευσης»: πρόληψη μη αναστρέψιμων ζημιών, μείωση και αναδιάταξη ζήτησης, αντιμετώπιση παράνομων αντλήσεων και ρύπανσης, και δίκαιες μεταβάσεις για επαγγελματικούς κλάδους που θα επηρεαστούν.
Είναι επιτακτική ανάγκη η Ελλάδα συγκεκριμένα να ακούσει αυτές τις προειδοποιήσεις του ΟΗΕ, γιατί είναι πολύ ψηλά στη λίστα των κρατών που βιώνουν “στο πετσί” τους αυτή τη χρεωκοπία. Σύμφωνα με το World Resources Institute & Deloitte, η Ελλάδα κατατάχθηκε για το 2025 στη 19η θέση παγκοσμίως: η επικίνδυνη θέση της είναι αποτέλεσμα της μειωμένης βροχόπτωσης, της αύξησης κατανάλωσης και της απώλειας νερού, όπως γράφει το ινστιτούτο. Η Κρήτη και το Ηράκλειο είναι ζωντανό παράδειγμα αυτής της κατάστασης, με συνεχές έλλειμμα νερού.
Οι συντάκτες καλούν τους ηγέτες να αξιοποιήσουν κρίσιμα σημεία ενδιαφέροντος που έρχονται στο προσκήνιο: τις παγκόσμιες διασκέψεις για το νερό το 2026 και το 2028, το τέλος της Δεκαετίας Δράσης για το Νερό το 2028 και τον ορίζοντα των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης το 2030. Καλούν να επαναπροσδιοριστεί η παγκόσμια ατζέντα του νερού, να θεσπιστεί παρακολούθηση, διάγνωση και μια νέα προσέγγιση, όπου το νερό λειτουργεί ως καταλύτης ειρήνης και συνεργασίας.