Η είδηση ότι το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον Καρκίνο μπαίνει επιτέλους σε τροχιά υλοποίησης είναι αναμφίβολα θετική. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια υπενθύμιση μιας μεγάλης εκκρεμότητας: η Ελλάδα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο όχι ως ένα σύνολο μεμονωμένων περιστατικών, αλλά ως μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας, που απαιτεί ενιαία εθνική στρατηγική.
Τη Δευτέρα η πρώτη συνεδρίαση
Η πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας ομάδας εργασίας έρχεται να αποτελέσει την αφετηρία μιας διαφορετικής φιλοσοφίας. Εκεί όπου ο ασθενής με καρκίνο δε χρειάζεται απλώς μια θεραπεία, αλλά χρειάζεται ένα σύστημα που να τον συνοδεύει σε ολόκληρη τη διαδρομή: από την πρόληψη και τον προσυμπτωματικό έλεγχο έως την έγκαιρη διάγνωση, την πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία, την αποκατάσταση, την παρακολούθηση και, όπου απαιτείται, την ανακουφιστική φροντίδα.
Απαιτούνται ακριβή δεδομένα
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα των δεδομένων. Καμία σοβαρή πολιτική για τον καρκίνο δεν μπορεί να σχεδιαστεί εάν το κράτος δε γνωρίζει με ακρίβεια πόσοι άνθρωποι νοσούν, από ποιες μορφές καρκίνου, πού θεραπεύονται, ποιες θεραπείες λαμβάνουν και ποια είναι τα αποτελέσματά τους.
Το Εθνικό Μητρώο Νεοπλασιών, που τέθηκε σε λειτουργία τον Φεβρουάριο του 2025, μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε οι αποφάσεις να στηρίζονται πλέον σε πραγματικά στοιχεία και όχι σε εκτιμήσεις.
Ένα σύστημα συμπερίληψης
Υπάρχει όμως και μία ακόμη προϋπόθεση: η ισότιμη πρόσβαση, η οποία θα αποτελέσει κατάληξη συμπεριληπτικών πρακτικών και των ίδιων των ασθενών στον σχεδιασμό. Όχι ως συμβολική παρουσία, αλλά ως ισότιμοι συνομιλητές, γνωρίζοντας καλύτερα από οποιονδήποτε πού καθυστερεί το σύστημα και πού εξαντλεί τον άνθρωπο που ήδη δοκιμάζεται.
Εάν θέλουμε να μιλάμε για ένα ΕΣΥ το οποίο αποτελεί τη “ραχοκοκκαλιά” της κοινωνικής προστασίας, τότε συγκρότηση ενός Εθνικού Σχεδίου είναι, λοιπόν, μια σημαντική αρχή. Δεν είναι όμως ακόμη επιτυχία. Επιτυχία θα είναι, σε λίγα χρόνια, να μπορεί κάθε πολίτης να διαπιστώσει ότι η πρόληψη έγινε συστηματικότερη, η διάγνωση ταχύτερη, η θεραπεία πιο προσβάσιμη και η φροντίδα περισσότερο ανθρώπινη. Στον καρκίνο, άλλωστε, τα σχέδια έχουν αξία μόνο όταν μεταφράζονται σε χρόνο και ποιότητα ζωής.
