Δύο ειδήσεις που έχουν να κάνουν με τις αμοιβές και την εργασία στην Ελλάδα και την Ευρώπη “έσκασαν” χθες. Η μία αφορά σε ένα θέμα που βασίζεται σε στοιχεία του Greece in figures και δημοσιεύτηκε σε κάποια sites (την αλιεύσαμε από το in.gr) και η άλλη είναι ένα γράφημα που παρουσιάζει την παραγωγικότητα της εργασίας, όπου η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.
Λαμβάνοντας λοιπόν αφορμή από αυτά, θα δούμε ορισμένα πράματα που πρέπει να γνωρίζουμε - και δυστυχώς, ΔΕ μας τα λένε τα αθηνοκεντρικά mainstream media, ούτε (φυσικά) αυτά που στηρίζουν την κυβέρνηση, ούτε καν αυτά (τα λίγα) που θεωρητικά την αντιπολιτεύονται.
Θλιβερή σύγκριση
Ας δούμε καταρχάς το θέμα των αμοιβών. Η σύγκριση που επιχειρούν οι ερευνητές του Greece in figures δεν είναι απολύτως ακριβής, διότι στηρίζεται σε ονομαστικές τιμές - σε πραγματικές τιμές η εικόνα είναι ΠΟΛΥ χειρότερη, αφού η Ελλάδα είναι στη δεύτερη “ταχύτητα” των ακριβότερων χωρών στην Ε.Ε., την ώρα που είναι προτελευταία στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τελευταία στους μισθούς.
Με άλλα λόγια, είμαστε ακριβοί σαν την Ισπανία και την Ιταλία, αλλά οι αμοιβές μας είναι... κάτω και από της Βουλγαρίας. Τουτέστιν, ακόμη χειρότερα τα πράματα απ' ό,τι θα δείτε παρακάτω. Γι’ αυτό και οι πιο αξιόπιστες συγκρίσεις γίνονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Αλλά ακόμη και σε ονομαστικές τιμές αν το πάρουμε, είμαστε... τραγικοί. Πάμε λοιπόν.
Δυόμισι φορές κάτω από τον μ.ό.
Κατά μέσο όρο, η αμοιβή των εργαζομένων ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα είναι 12,1 ευρώ μικτά. Στην Ευρώπη είναι 31 ευρώ, δυόμισι φορές πάνω. Στο Βέλγιο είναι 51,3 ευρώ, στην Ολλανδία 47,7 και στη Γερμανία 44,9. Οι χώρες αυτές αναφέρονται στη σχετική έρευνα διότι είναι οι χώρες της Ε.Ε. που αποτελούν τους τρεις βασικούς προορισμούς για τους Έλληνες που μεταναστεύουν για να βρουν μια καλύτερη τύχη.
Το ενδιαφέρον είναι βεβαίως ότι, αν συμπεριλάβουμε το μεγάλο ποσοστό απλήρωτης υπερωριακής εργασίας, το μέσο ωρομίσθιο στην Ελλάδα πέφτει ακόμα πιο χαμηλά. Σύμφωνα με έρευνα της Metron Analysis για το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 52% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα εργάζεται περισσότερες ώρες απ’ όσες προβλέπει η σύμβασή του. Από αυτούς, σχεδόν οι μισοί (49%) δεν αμείβονται καθόλου για την υπερεργασία, και το 16% αμείβεται μόνο για ένα μέρος. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ε.Ε. όπου υπάρχουν τέτοια νούμερα. Είναι μια τρομακτική κατάσταση πραγματικά.
Δουλεύουμε περισσότερο
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα, παρότι είναι χώρα που εισοδηματικά είναι η φτωχότερη (ή μία από τις δύο φτωχότερες, αν θέλετε) της Ε.Ε., σε κατανάλωση παραμένει στη θέση που κατέληξε εδώ και 5-6 χρόνια, στην 21η θέση μεταξύ των 27 της Ε.Ε. Αυτό έχει την εξήγησή του: οι Έλληνες, για να διατηρήσουμε αυτό το επίπεδο κατανάλωσης, εργαζόμαστε 25% περισσότερες ώρες ετησίως από τον μέσο Ευρωπαίο.
Στη σχετική κατάταξη μάς πέρασαν οι Πολωνοί το 2025 (παραδοσιακά είμαστε πρώτοι), αλλά μόλις με 12 ώρες ετησίως, 1.990 έναντι 1.978. Η τρίτη χώρα είναι... πολύ μακριά πίσω. Οπότε για να καταναλώνουμε σχεδόν σαν Ευρωπαίοι (ακόμη και στην κατανάλωση είμαστε στο 60% του μέσου όρου της Ε.Ε.) εργαζόμαστε 25% περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο.
Εργασία και παραγωγικότητα
Και περνάμε στο σκέλος της παραγωγικότητας. Σύμφωνα λοιπόν με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται πέντε θέσεις από το τέλος μεταξύ των χωρών-μελών - ξεπερνάμε μόνο τις λατινοαμερικάνικες χώρες, δηλαδή Χιλή, Κόστα Ρίκα, Μεξικό και Κολομβία.
Εκ πρώτης όψεως λοιπόν, θα πει κανείς ότι οι αμοιβές στην Ελλάδα είναι «δίκαιες», λαμβάνοντας υπόψη τη χαμηλή παραγωγικότητα, σωστά; ΛΑΘΟΣ! Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας (ΟΧΙ του εργαζόμενου, δε μετριέται έτσι η παραγωγικότητα, η οποία είναι το συνολικό αποτέλεσμα της οικονομίας διαιρούμενο διά του αριθμού των εργαζομένων) στην Ελλάδα οφείλεται σε τρεις παράγοντες (και τους έχουμε ΚΑΙ τους τρεις αναπτυγμένους σε υψηλότατο βαθμό), που είναι η “μαύρη τριπλέτα” για τις σύγχρονες οικονομίες.
Γιατί παράγουμε λίγο
Ποιοι είναι αυτοί οι τρεις παράγοντες; Να τους δούμε:
- Πρώτος και σοβαρότερος: πολύ μικρό μέγεθος επιχειρήσεων. Η συντριπτική πλειονότητα (για την ακρίβεια, το 98%) των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ανήκουν στις κατηγορίες “ατομικές” ή “πολύ μικρές” ή “μικρές”. Δηλαδή έχουν από 0 έως 20 εργαζόμενους. Αυτό από μόνο του είναι απολύτως καταδικαστικό - οι οικονομίες με υψηλή παραγωγικότητα στηρίζονται σε μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, που στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιο “φρούτο” (ούτε 0,2% του συνόλου των επιχειρήσεων).
- Δεύτερος: η ελληνική οικονομία υστερεί τραγικά σε επενδύσεις ψηφιακού μετασχηματισμού, σύγχρονου εξοπλισμού και καινοτομίας. Το R&D (Research and Development, έρευνα και ανάπτυξη), που είναι η “ραχοκοκκαλιά” της σύγχρονης επιχειρηματικότητας, απουσιάζει σχεδόν πλήρως από την ελληνική οικονομία.
- Τρίτος: Το ποσοστό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα που ανήκουν στους κλάδους του τουρισμού, της εστίασης και του λιανικού εμπορίου είναι καταθλιπτικά υψηλό, ανάλογο του ποσοστού των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Είναι οι κατεξοχήν κλάδοι χαμηλής προστιθέμενες αξίας και υψηλής εντάσεως εργασίας, το “αποτύπωμα” των οποίων στη συνολική οικονομία είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τους εργαζόμενους που απασχολούν.
Δε φταίνε οι εργαζόμενοι
Οπότε το εντελώς ηλίθιο συμπέρασμα «ο Έλληνας εργαζόμενος παράγει λιγότερο από τον ΧΨΖ εργαζόμενο» ακυρώνεται παντελώς: οι ίδιοι εργαζόμενοι όταν πηγαίνουν σε χώρα με διαφορετική δομή στην οικονομία, παράγουν... όσο και οι ντόπιοι. Οπότε το θέμα είναι επιχειρηματικό και δομικό και δεν έχει να κάνει με τους εργαζόμενους.
Και βεβαίως ΟΛΕΣ οι κυβερνήσεις στην ιστορία της χώρας, είτε επενδύουν στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, τον κατεξοχήν αντιπαραγωγικό, είτε κρατάνε μονίμως υπανάπτυκτο τον υποτυπώδη δευτερογενή τομέα, είτε (υπακούοντας στα συμφέροντα των “μεγάλων” της Ε.Ε.) “ξεντεριάζουν” τον πρωτογενή τομέα. Και όλοι μαζί βαυκαλίζουν την αιώνια “καψούρα” του μέσου Έλληνα, δηλαδή το «θέλω να κάνω δική μου δουλειά». Με αποτέλεσμα να έχουμε 29% αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, που είναι και το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται... παγκοσμίως! Σοβαρά, είμαστε πρώτοι σε όλο τον κόσμο! Στην Ε.Ε. το ποσοστό αυτό είναι τρεις φορές ο μέσος όρος, καθώς μόλις 5 χώρες ξεπερνάνε το 10% - δεύτερη μετά την Ελλάδα είναι η Ιταλία με 14%.
Η κατάσταση λοιπόν είναι απελπιστική, αφού το πρόβλημα είναι δομικό και ουδείς μεταξύ των πολιτικών μας σκοπεύει να κάνει κάτι για να αλλάξει τα δεδομένα.
