ευρώ

Το ψέμα της «ανάπτυξης» στα χρόνια των μισθών πείνας

Παραπολιτικά
Το ψέμα της «ανάπτυξης» στα χρόνια των μισθών πείνας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τα 920 ευρώ που υπάρχουν μόνο στις κυβερνητικές παρουσιάσεις

Υπάρχει μια Ελλάδα που παρουσιάζεται στα υπουργικά γραφεία και στα κυβερνητικά non paper για τα “παπαγαλάκια” της ενημέρωσης και των τρολ του διαδικτύου. Εκεί όπου οι δείκτες “ευημερούν”, η οικονομία “απογειώνεται” και οι αυξήσεις στους μισθούς αποτελούν, υποτίθεται, την απόδειξη ότι οι πολίτες ζουν καλύτερα.

Και υπάρχει η άλλη Ελλάδα. Εκείνη που κάθε πρωί πηγαίνει στη δουλειά και κάθε βράδυ κάνει λογαριασμό για το αν θα πληρώσει πρώτα το ενοίκιο, το ρεύμα ή το σούπερ-μάρκετ. Η Ελλάδα που εργάζεται περισσότερο, αμείβεται λιγότερο και ακούει διαρκώς ότι... πρέπει να αισθάνεται και ευγνώμων.

Η ακρίβεια δεν είναι μια φυσική καταστροφή. Γίνεται κοινωνική τραγωδία επειδή οι μισθοί έχουν μετατραπεί σε επιδόματα επιβίωσης. Όσο το εισόδημα παραμένει καθηλωμένο, κάθε αύξηση στις τιμές μετατρέπεται σε αφαίρεση αξιοπρέπειας.

Τα 920 ευρώ που υπάρχουν μόνο στις κυβερνητικές παρουσιάσεις

Η κυβέρνηση συνεχίζει να παρουσιάζει τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ μικτά παρακαλώ, ως κορυφαία κοινωνική κατάκτηση. Ένα ακόμη επικοινωνιακό τρόπαιο που σηκώνεται ψηλά κάθε φορά που οι πολίτες διαμαρτύρονται.

Μόνο που οι αριθμοί, όταν διαβαστούν ολόκληροι και όχι επιλεκτικά, λένε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η Eurostat πράγματι κατατάσσει την Ελλάδα στη μεσαία ομάδα των χωρών ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού. Όμως όταν ο ίδιος μισθός μετρηθεί με βάση την πραγματική αγοραστική δύναμη, η εικόνα αλλάζει δραματικά.

Η Ελλάδα κατρακυλά στη 14η θέση ανάμεσα στις 22 ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν κατώτατο μισθό. Πολωνία, Πορτογαλία, Κροατία, Λιθουανία και Ρουμανία προσφέρουν μεγαλύτερη πραγματική αξία στον εργαζόμενο απ’ ό,τι η ελληνική οικονομία. Με απλά λόγια; Δεν έχει σημασία πόσα γράφει η μισθοδοσία. Σημασία έχει πόσα ψώνια χωράει το καλάθι.

Η φτωχοποίηση έγινε κανονικότητα

Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που αποκαλύπτει όσα η πολιτική επικοινωνία προσπαθεί να αποκρύψει. Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού. Σε μια ισχυρή οικονομία αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι χαμηλόμισθοι πλησιάζουν το γενικό επίπεδο αποδοχών.

Στην Ελλάδα σημαίνει το ακριβώς αντίθετο. Σημαίνει ότι συμπιέστηκε ολόκληρη η μισθολογική πυραμίδα προς τα κάτω. Ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κινούνται μεταξύ χαμηλών και μεσαίων αποδοχών. Ότι η μεσαία τάξη της εργασίας δεν ανεβαίνει, εξαφανίζεται.

Δεκαέξι χρόνια μετά, ο λογαριασμός παραμένει απλήρωτος

Η τελευταία έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ έρχεται να καταρρίψει και τον τελευταίο κυβερνητικό μύθο. Το 2025 ο μέσος ονομαστικός μισθός παρέμενε κατά 12% χαμηλότερος από εκείνον του 2009. Σε πραγματικούς όρους η απώλεια φτάνει το 31%.

Δηλαδή, ύστερα από δεκαέξι χρόνια κρίσεων, μνημονίων, μεταρρυθμίσεων, «ανάκαμψης» και αλλεπάλληλων κυβερνητικών διακηρύξεων περί οικονομικού θαύματος, ο εργαζόμενος εξακολουθεί να είναι φτωχότερος απ’ ό,τι ήταν πριν από την κρίση. Αν αυτό ονομάζεται επιτυχία, τότε η αποτυχία πώς ακριβώς μοιάζει;

Εργασία χωρίς δύναμη, δικαιώματα χωρίς αντίκρισμα

Το εισόδημα δεν είναι το μοναδικό θύμα. Σύμφωνα με το Eurofound, οι ευάλωτοι εργαζόμενοι αυξήθηκαν από 12,6% το 2009 σε 18,6% το 2021.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι αλλού. Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα η αποδυνάμωση των εργασιακών δικαιωμάτων δε συμβάλλει τόσο έντονα στην εργασιακή επισφάλεια όσο στην Ελλάδα. Η αγορά εργασίας μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χώρο όπου η ανασφάλεια θεωρείται κανονικότητα και η διεκδίκηση δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται περίπου ως... πολυτέλεια.

Ανάπτυξη για ποιους;

Η πραγματική οικονομία δε μετριέται στα PowerPoint των υπουργείων. Μετριέται στα άδεια πορτοφόλια, στα παιδιά που παραμένουν στο πατρικό γιατί δεν μπορούν να νοικιάσουν σπίτι, στα νέα ζευγάρια που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας, στους εργαζόμενους που κάνουν δύο δουλειές και πάλι δεν τα βγάζουν πέρα. Κι όμως, η κυβέρνηση εξακολουθεί να υπερασπίζεται το μοντέλο του χαμηλού εργατικού κόστους, σαν να πρόκειται για εθνικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη. Οι επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν αναζητούν τις πιο φθηνές κοινωνίες. Αναζητούν τις πιο παραγωγικές, τις πιο εκπαιδευμένες και τις πιο σταθερές. Αναζητούν εργαζόμενους που αμείβονται αξιοπρεπώς, διαθέτουν δικαιώματα και μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους.

Η Ελλάδα, αντί να επενδύει στον άνθρωπο, εξακολουθεί να επενδύει στη φθηνή εργασία. Και κάπου εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη. Γιατί η φτωχοποίηση των εργαζομένων δεν είναι παράπλευρη συνέπεια μιας λανθασμένης πολιτικής. Όταν διατηρείται επί χρόνια, παρά τα προειδοποιητικά στοιχεία, αρχίζει να μοιάζει με συνειδητή επιλογή. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι εργαζόμενοι μπορούν να ζήσουν με αυτούς τους μισθούς. Η απάντηση έχει ήδη δοθεί από την ίδια την κοινωνία. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι πότε μια κυβέρνηση θα εξακολουθεί να βαφτίζει την επιβίωση «ευημερία» και τη στατιστική βελτίωση «κοινωνική πρόοδο», όταν η καθημερινότητα διαψεύδει με τον πιο σκληρό τρόπο κάθε πανηγυρική ανακοίνωση.

Κάθε καλοκαίρι... 

Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Χιλιάδες νέοι και οι οικογένειές τους αναζητούν μια αξιοπρεπή φοιτητική κατοικία και βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που μόνο απογοήτευση προκαλεί. Στην Κρήτη, και ιδιαίτερα στις μεγάλες φοιτητικές πόλεις, αρκετοί ιδιοκτήτες φαίνεται πως έχουν χάσει κάθε αίσθηση μέτρου. Μικρά διαμερίσματα, παλιά σπίτια χωρίς ουσιαστική ανακαίνιση, ισόγεια με υγρασία ή κατοικίες που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λειτουργικές, προσφέρονται προς ενοικίαση σε τιμές που θυμίζουν σύγχρονα ρετιρέ. Η λογική ότι η μεγάλη ζήτηση δικαιολογεί οποιαδήποτε τιμή έχει οδηγήσει την αγορά σε ακραίες καταστάσεις. 
Φυσικά, κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα κάθε ιδιοκτήτη να αξιοποιήσει την περιουσία του. Όμως άλλο η εύλογη απόδοση μιας επένδυσης κι άλλο η εκμετάλλευση της αγωνίας μιας οικογένειας που θέλει να σπουδάσει το παιδί της. Η παιδεία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο αισχροκέρδειας. 
Το αποτέλεσμα είναι πολλές οικογένειες να αναγκάζονται να αλλάζουν τον οικονομικό τους προγραμματισμό, να περιορίζουν άλλες βασικές ανάγκες ή ακόμη και να δυσκολεύονται να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους. Και όλα αυτά σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής παραμένει ήδη ιδιαίτερα υψηλό. Η αγορά χρειάζεται ισορροπία και υπευθυνότητα. Υπάρχουν ιδιοκτήτες που κρατούν λογικές τιμές και σέβονται τον ενοικιαστή τους. Δυστυχώς, όμως, υπάρχουν και εκείνοι που αντιμετωπίζουν κάθε νέα ακαδημαϊκή χρονιά ως ευκαιρία για υπερβολικό κέρδος. 
Η Κρήτη είναι ένας κορυφαίος εκπαιδευτικός προορισμός και αξίζει να υποδέχεται τους φοιτητές της με αξιοπρέπεια. Γιατί τα όνειρα των νέων ανθρώπων δεν μπορεί να εγκλωβίζονται σε μικρά διαμερίσματα που κοστολογούνται σαν πολυτελείς κατοικίες. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News