Υπάρχουν δύο Ελλάδες κάθε φορά που ξεσπά μια μεγάλη πυρκαγιά.
Η μία είναι εκείνη που ζει τον εφιάλτη. Οι άνθρωποι που βλέπουν το βουνό να γίνεται κάρβουνο, τα σπίτια να απειλούνται, τα χωριά να αδειάζουν μέσα σε λίγα λεπτά και τους πυροσβέστες να παλεύουν, συχνά χωρίς τα μέσα που απαιτεί μια μάχη τέτοιου μεγέθους.
Η άλλη Ελλάδα εμφανίζεται μόλις κατακάτσει ο καπνός. Είναι η Ελλάδα των τηλεοπτικών δηλώσεων, των κυβερνητικών διαβεβαιώσεων, των προαναγγελθέντων μέτρων, των έκτακτων κυβερνητικών συσκέψεων, των υποσχέσεων για αποζημιώσεις και της γνωστής επωδού ότι «η κλιματική κρίση δημιουργεί πρωτοφανείς συνθήκες».
Κάπου εκεί τελειώνει συνήθως και η συζήτηση. Οι φλόγες σβήνουν, οι κάμερες φεύγουν, οι υπουργοί επιστρέφουν στα γραφεία τους και τώρα στα μπάνια του Αυγούστου, και η χώρα προετοιμάζεται, σχεδόν μηχανικά, για το επόμενο καλοκαίρι. Σαν να πρόκειται για φυσικό νόμο. Σαν να μην ευθύνεται ποτέ κανείς. Σαν η καταστροφή να είναι απλώς ένα αναπόφευκτο επεισόδιο της εποχής. Κι όμως, η πολιτική δεν κρίνεται όταν όλα λειτουργούν. Κρίνεται όταν όλα καταρρέουν. Και στην Ελλάδα των τελευταίων 6,5 ετών, η μεγαλύτερη επιτυχία της εξουσίας δεν είναι ότι έλυσε τα προβλήματα, είναι ότι κατάφερε να μετατρέψει την αποτυχία σε κανονικότητα. Να πείσει ότι οι πυρκαγιές είναι περίπου αναπόφευκτες. Ότι οι ευθύνες είναι αφηρημένες. Ότι για όλα φταίει ένας αόρατος εχθρός που λέγεται κλιματική κρίση.
Κανείς δεν αμφισβητεί πως το κλίμα αλλάζει. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη ασπίδα κάθε πολιτικής ανεπάρκειας. Γιατί η κλιματική αλλαγή δεν εκδίδει άδειες. Δεν αποφασίζει πού θα εγκατασταθούν ενεργειακά έργα. Δε στελεχώνει το Πυροσβεστικό Σώμα. Δε συντηρεί ή δεν εγκαταλείπει δίκτυα. Δεν καταρτίζει σχέδια πρόληψης. Αυτά τα κάνουν οι κυβερνήσεις. Και οι κυβερνήσεις κρίνονται γι' αυτά.
Το ερώτημα που έμεινε χωρίς πολιτική απάντηση
Μέσα στον ορυμαγδό των ημερών υπάρχει ένα γεγονός που προκαλεί εύλογες απορίες. Όχι μόνο για όσα συνέβησαν. Αλλά κυρίως για όσα δεν ειπώθηκαν.
Δε βρέθηκε ούτε ένας εκ των ταγών μας της αντιπολίτευσης και των νεοεμφανιζόμενων σχημάτων με τις ηγεσίες τους να τρίψει στα μούτρα της κυβέρνησης τις αθλιότητες και να της πουν ότι η πυρκαγιά στην Αττικοβοιωτία ξεκίνησε από ανεμογεννήτριες! Είτε στο δίκτυο διανομής, είτε εντός αυτών από εκεί ξεκίνησε.
Και γεννώνται αμέσως πολιτικά, διοικητικά και θεσμικά ερωτήματα: Ποιος αδειοδότησε; Ποιος έλεγξε; Ποιος επέβλεψε; Ποιος πιστοποίησε ότι τηρούνταν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας; Ποιος έχει σήμερα την ευθύνη να εξηγήσει στους πολίτες τι ακριβώς συνέβη; Και γιατί η δημόσια συζήτηση μετακινήθηκε τόσο γρήγορα από τα συγκεκριμένα ερωτήματα στις γενικόλογες αναφορές περί ακραίων καιρικών συνθηκών;
Η αντιπολίτευση υπάρχει για έναν λόγο. Για να πιέζει. Να ερευνά. Να αποκαλύπτει. Να επιμένει μέχρι να δοθούν απαντήσεις. Όταν όμως περιορίζεται σε ανακοινώσεις ρουτίνας, γραφικές επισκέψεις στα καμένα και σε πολιτικές ευγένειες, τότε η κυβέρνηση απαλλάσσεται από την πιο δύσκολη δοκιμασία της. Τη λογοδοσία.
Το μεγάλο άλλοθι
Κάποτε για όλα έφταιγαν οι προηγούμενοι. Σήμερα για όλα φταίει η λεγόμενη “κλιματική κρίση”. Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται τόσο συχνά, ώστε κινδυνεύει να χάσει ακόμη και τη σοβαρότητά του. Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα. Δεν είναι όμως άλλοθι. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να εξαφανίζονται οι ανθρώπινες αποφάσεις. Γιατί οι φωτιές μπορεί να ξεκινούν από πολλές αιτίες. Η καταστροφή όμως αποκτά διαστάσεις εθνικής τραγωδίας όταν το κράτος αποτυγχάνει να προλάβει, να οργανωθεί και να επιχειρήσει αποτελεσματικά.
Η πολιτική ευθύνη αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η φυσική αιτία. Και αυτή η γραμμή στην Ελλάδα συστηματικά θολώνει. Τα δάση δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο του χάρτη. Υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Συζητάμε για τα δάση σαν να είναι απλώς οικολογικό κεφάλαιο. Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι εθνικός πλούτος. Είναι φυσικό σύνορο. Είναι υδροφόρος ορίζοντας. Είναι παραγωγή. Είναι οικονομία. Είναι ποιότητα ζωής. Είναι πολιτισμός. Είναι η ίδια η γεωγραφία της χώρας.
Αν αύριο χάναμε μερικές χιλιάδες στρέμματα εθνικού εδάφους από μια εξωτερική απειλή, ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός θα βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού. Όταν όμως χάνονται εκατομμύρια στρέμματα από πυρκαγιές, αντιμετωπίζονται περίπου ως μια ακόμη θλιβερή στατιστική. Γιατί; Γιατί δεν υπάρχει μια μόνιμη εθνική στρατηγική προστασίας των δασών; Γιατί κάθε χρόνο ξεκινάμε από την αρχή;
Γιατί κάθε υπουργός υπόσχεται ότι «φέτος είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι» και κάθε καλοκαίρι η πραγματικότητα τον διαψεύδει; Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Από τις εξαγγελίες στην πραγματικότητα
Κάθε κυβέρνηση αγαπά τους μεγάλους αριθμούς. Αυτή των τελευταίων 7 ετών τους λατρεύει, αρκεί φυσικά να δίνουν την ερμηνεία που τη βολεύει... Δισεκατομμύρια για την πολιτική προστασία. Νέα προγράμματα. Νέος εξοπλισμός. Νέα επιχειρησιακά σχέδια. Όλα ακούγονται εντυπωσιακά μέχρι να έρθει η ώρα της δοκιμασίας. Εκεί όπου δε μετρούν τα δελτία Τύπου, αλλά η πρώτη γραμμή. Εκεί όπου ο πυροσβέστης δεν αναρωτιέται πόσα χρήματα εγκρίθηκαν, αλλά αν διαθέτει το προσωπικό, τα μέσα και την υποστήριξη που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει ένα πύρινο μέτωπο. Και όταν κάθε χρόνο επανέρχονται οι ίδιες εικόνες, το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: Τι άλλαξε πραγματικά;
Η αποτελεσματικότητα ενός κράτους δε μετριέται από τις ανακοινώσεις του. Μετριέται από το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα γράφεται πάνω στον χάρτη της χώρας. Με μαύρο χρώμα.
Οι πολίτες δε ζητούν θαύματα
Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι θα εξαφανιστούν οι πυρκαγιές. Η Ελλάδα ήταν πάντα μια χώρα με υψηλό κίνδυνο δασικών πυρκαγιών. Οι ακραίες θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι πολίτες, όμως, δε ζητούν το αδύνατο. Ζητούν το αυτονόητο.
Να υπάρχει πρόληψη. Να υπάρχουν καθαρισμοί. Να λειτουργούν οι έλεγχοι. Να αξιολογούνται οι κίνδυνοι. Να εντοπίζονται οι αδυναμίες πριν μετατραπούν σε τραγωδίες. Και, πάνω απ' όλα, να αποδίδονται ευθύνες όταν αποδεικνύεται ότι έγιναν λάθη ή παραλείψεις. Γιατί χωρίς λογοδοσία, κάθε καταστροφή γίνεται απλώς η πρόβα της επόμενης.
Οι σκιές χρειάζονται φως, όχι συνθήματα
Κάθε φορά που προκύπτουν καταγγελίες ή δημοσιεύματα για αδειοδοτήσεις ενεργειακών έργων, για υποδομές κοντά σε δασικές περιοχές ή για πιθανά κενά στους μηχανισμούς ελέγχου, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή, ούτε η αυτόματη απαξίωση. Ούτε όμως και οι βεβαιότητες χωρίς αποδείξεις. Η δημοκρατία διαθέτει θεσμούς. Δικαιοσύνη. Ελεγκτικές Αρχές. Ανεξάρτητες υπηρεσίες. Αυτές οφείλουν να διερευνήσουν κάθε σοβαρή καταγγελία μέχρι τέλους.
Γιατί μόνο η πλήρης διαλεύκανση προστατεύει τόσο το δημόσιο συμφέρον, όσο και όσους αδίκως μπορεί να στοχοποιούνται. Το χειρότερο για μια δημοκρατία δεν είναι οι δύσκολες ερωτήσεις. Είναι να πάψει να τις κάνει. Η αντιπολίτευση δεν υπάρχει για να παρακολουθεί. Το πολιτικό πρόβλημα δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση. Αφορά συνολικά το πολιτικό σύστημα.
Η αντιπολίτευση δεν υπάρχει για να σχολιάζει τις εξελίξεις από απόσταση. Υπάρχει για να ερευνά, να αποκαλύπτει, να επιμένει και να εξαναγκάζει την εξουσία σε απαντήσεις.
