Ποιος βγάζει τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ εκτός κάδρου; Όταν ο νόμος παραμερίζεται και τα ερωτήματα πληθαίνουν, αναρωτιέσαι αν η αλήθεια θα πετάξει ή θα καθηλωθεί στο έδαφος;
Όταν οι θεσμοί μένουν στο περιθώριο
Η υπόθεση της εναέριας σύγκρουσης των ελικοπτέρων στην Ψάθα δεν εξελίσσεται μόνο ως μια ακόμη έρευνα για ένα σοβαρό αεροπορικό συμβάν. Εξελίσσεται και ως μια δοκιμασία για την αξιοπιστία των θεσμών και των διαδικασιών που το ίδιο το κράτος θέσπισε για τέτοιες περιπτώσεις. Και όσο περνούν οι μέρες, αντί να διαλύονται οι αμφιβολίες, πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα. Γιατί επιλέχθηκε διαφορετική διαδρομή από εκείνη που προβλέπει ο νόμος; Ποιος αποφάσισε ότι ο αρμόδιος φορέας πρέπει να μείνει εκτός της κύριας διερεύνησης;
Ο νόμος υπάρχει, αλλά μένει... στο συρτάρι
Το 2023 η κυβέρνηση παρουσίασε ως μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση τον Νόμο 5014, με τον οποίο ιδρύθηκε ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ (Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών). Η αποστολή του ήταν ξεκάθαρη, να διερευνά ανεξάρτητα κάθε αεροπορικό ή σιδηροδρομικό δυστύχημα, αξιοποιώντας εξειδικευμένους πραγματογνώμονες και επιστημονικά τεκμηριωμένες διαδικασίες, χωρίς πολιτικές ή υπηρεσιακές επιρροές. Ακριβώς γι' αυτό δημιουργήθηκε. Για να μην εξαρτάται η αναζήτηση της αλήθειας από περιστασιακές επιλογές και αυτοσχεδιασμούς.
Η ανάθεση που γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά
Παρ' όλα αυτά, η διερεύνηση της υπόθεσης κατέληξε, με εισαγγελική εντολή, στην Ελληνική Αστυνομία. Κανείς δεν αμφισβητεί την εμπειρία ή την επιχειρησιακή επάρκεια της ΕΛ.ΑΣ. Όμως άλλο η αστυνομική έρευνα και άλλο η τεχνική διερεύνηση ενός αεροπορικού ατυχήματος. Η τελευταία απαιτεί εξειδικευμένους μηχανικούς αεροσκαφών, εμπειρογνώμονες αεροπορικών συστημάτων και ειδικούς στην ασφάλεια πτήσεων. Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο του οργανισμού που ιδρύθηκε πριν από τρία χρόνια.
Το επικοινωνιακό αφήγημα και η ουσία
Την ίδια ώρα, κυβερνητικές διαρροές επιχείρησαν να μεταφέρουν το βάρος της συζήτησης αλλού, προβάλλοντας ότι την υπόθεση χειρίζεται το λεγόμενο «ελληνικό FBI».
Η επικοινωνία, όμως, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Η πραγματική απορία παραμένει, γιατί δε βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ο θεσμοθετημένος, ανεξάρτητος οργανισμός που δημιουργήθηκε ακριβώς για τέτοιες υποθέσεις;
Όσο αυτό το ερώτημα μένει χωρίς πειστική απάντηση, τόσο θα ενισχύονται οι υποψίες ότι για ακόμη μία σοβαρή υπόθεση το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποκάλυψη των πραγματικών αιτιών, αλλά και ο έλεγχος του τρόπου με τον οποίο αυτές θα αναδειχθούν.
Και όταν οι θεσμοί που δημιουργούνται για να υπηρετούν τη διαφάνεια παραμένουν στο περιθώριο, η δυσπιστία δεν είναι προϊόν φαντασίας. Είναι η φυσική συνέπεια των επιλογών που γίνονται.
