Η πρόσφατη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Κέντρο Υγείας Ιστιαίας συνοδεύτηκε από τα αναμενόμενα στιγμιότυπα. Χαμόγελα μπροστά στη νέα Μονάδα Τεχνητού Νεφρού, δηλώσεις για σημαντικές παρεμβάσεις και προβολή του πλωτού ασθενοφόρου ως ακόμη μιας απόδειξης κυβερνητικού έργου.
Η εικόνα ήταν προσεγμένη. Το ερώτημα είναι αν συμβαδίζει με την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά ασθενείς και υγειονομικοί. Γιατί πίσω από τις κάμερες και τις πανηγυρικές ανακοινώσεις, το Εθνικό Σύστημα Υγείας εξακολουθεί να δίνει μάχη επιβίωσης.
►Διαβάστε επίσης: «Καμπανάκι» από τους νοσοκομειακούς γιατρούς για τη ΜΕΘ Ρεθύμνου: Λειτουργεί με μόλις τρεις γιατρούς
Το μεγάλο αγκάθι, οι άνθρωποι που λείπουν
Το πιο σοβαρό πρόβλημα παραμένει η δραματική έλλειψη προσωπικού. Νοσοκομεία και Κέντρα Υγείας λειτουργούν με βάρδιες οριακής αντοχής, ενώ οι ελλείψεις σε γιατρούς, νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό έχουν γίνει πλέον καθεστώς.
Η Ελλάδα διαθέτει μόλις 2,2 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει τους 8,5. Στα δημόσια νοσοκομεία η αναλογία ανά κλίνη παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, γεγονός που μεταφράζεται σε εξαντλημένους εργαζόμενους, καθυστερήσεις και υπηρεσίες που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών. Οι λίστες αναμονής για χειρουργικές επεμβάσεις και διαγνωστικές εξετάσεις συνεχίζουν να μεγαλώνουν, με την Ελλάδα να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Κρήτη γνωρίζει από πρώτο χέρι την εγκατάλειψη
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την υπόλοιπη Ελλάδα. Στην Κρήτη, τα δημόσια νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας βρίσκονται εδώ και χρόνια αντιμέτωπα με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και υποδομών. Κλινικές λειτουργούν στα όρια της ασφάλειας, τμήματα στηρίζονται στην αυταπάρνηση των εργαζομένων, σε οφειλόμενα και απλήρωτα ρεπό και άδειες, γιατροί και νοσηλευτές που “καίγονται” εργασιακά, με κίνδυνο και για τις παροχές στους ασθενείς, ενώ οι συνεχείς μετακινήσεις γιατρών από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από Κέντρο Υγείας σε Κέντρο Υγείας έχουν μετατραπεί σε καθημερινότητα.
Από το ΠΑΓΝΗ και το Βενιζέλειο μέχρι τα νοσοκομεία Χανίων, Ρεθύμνου, Αγίου Νικολάου, Σητείας και Ιεράπετρας, αλλά και τις δομές της ενδοχώρας, οι κραυγές αγωνίας για υποστελέχωση και αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών πληθαίνουν. Την ίδια στιγμή, σε μια περιφέρεια που κάθε καλοκαίρι φιλοξενεί εκατομμύρια επισκέπτες, η πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας αυξάνεται κατακόρυφα.
Οι γιατροί αποχωρούν, οι πολίτες πληρώνουν
Οι χαμηλές αποδοχές, η εργασιακή εξουθένωση και η έλλειψη προοπτικής οδηγούν ολοένα και περισσότερους γιατρούς εκτός ΕΣΥ. Το ισοζύγιο μεταξύ προσλήψεων και αποχωρήσεων παραμένει αρνητικό, με αποτέλεσμα τα κενά να πολλαπλασιάζονται, ιδιαίτερα στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές.
Όσο το Δημόσιο αδυνατεί να εξυπηρετήσει εγκαίρως τους πολίτες, τόσο περισσότεροι στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα. Μια μαγνητική τομογραφία ή μια εξειδικευμένη εξέταση μπορεί να απαιτεί αναμονή πολλών μηνών στο ΕΣΥ, αναγκάζοντας χιλιάδες οικογένειες να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έτσι, η δωρεάν και ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια υγεία μετατρέπεται σταδιακά σε θεωρητική υπόσχεση.
Η βιτρίνα δεν θεραπεύει το σύστημα
Μια νέα μονάδα ή ένα πλωτό ασθενοφόρο ασφαλώς αποτελούν θετικές προσθήκες. Δεν αρκούν όμως για να ανατρέψουν την εικόνα ενός συστήματος που δοκιμάζεται καθημερινά από την έλλειψη προσωπικού, την υποχρηματοδότηση και την απουσία ουσιαστικού σχεδιασμού.
Η δημόσια υγεία δεν ανασυγκροτείται με κορδέλες, επισκέψεις και επικοινωνιακές φιέστες. Χρειάζεται μόνιμες προσλήψεις, αξιοπρεπείς αμοιβές, ενίσχυση των νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας και μια συνολική στρατηγική που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Γιατί όσο η πολιτική επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία, τόσο το Εθνικό Σύστημα Υγείας θα παραμένει ο μεγάλος ασθενής της χώρας.
