Από τις «διαχρονικές παθογένειες» στις... επιθέσεις κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τέσσερις υπόδικοι κυβερνητικοί βουλευτές, ο ένας και άλλοτε γραμματέας του κυβερνώντος κόμματος, στο σκαμνί του κατηγορουμένου, ένα τσιγάρο σέρτικο δρόμος είναι.
Υπάρχει μια παλιά λαϊκή κουβέντα που λέει πως «ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται». Υπάρχει και μια άλλη, ακόμη πιο ταιριαστή στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα: Όταν σε πιάνουν με τη γίδα στην πλάτη, δεν κατηγορείς αυτόν που σε έπιασε ότι έχει προσωπικά μαζί σου. Εκτός αν έχεις πειστεί ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, ακόμη κι όταν τα γεγονότα σε διαψεύδουν.
Αυτό ακριβώς παρακολουθούμε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Όταν άρχισαν να αποκαλύπτονται οι διάλογοι, οι επιδοτήσεις-«φαντάσματα» και οι διαδρομές των ευρωπαϊκών κονδυλίων, η κυβερνητική απάντηση ήταν σχεδόν μηχανική: «Διαχρονικές παθογένειες». Ένα σύστημα που υπήρχε από πάντα. Ένα κράτος που λειτουργούσε έτσι επί δεκαετίες. Λες και η σημερινή κυβέρνηση βρέθηκε τυχαία στο «τιμόνι» την ώρα που έσκασε το πρόβλημα.
Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο πεισματάρα από την επικοινωνία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν εξέδωσε πολιτικό μανιφέστο. Δεν έγραψε ανακοίνωση της αντιπολίτευσης. Άσκησε ποινικές διώξεις. Συνολικά 22 πρόσωπα παραπέμπονται, ανάμεσά τους πρώην διοικήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, στελέχη πολιτικών γραφείων και τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Αυτή είναι η είδηση. Τα υπόλοιπα είναι πολιτική διαχείριση.
Ζητούν και τα... ρέστα
Θα περίμενε κανείς λίγη αυτοσυγκράτηση. Ένα «ας περιμένουμε τη Δικαιοσύνη». Έστω μια παραδοχή ότι η εικόνα μιας κυβέρνησης με τέσσερις βουλευτές της κατηγορούμενους για υπόθεση διασπάθισης κοινοτικών πόρων δεν είναι και λόγος για πανηγυρισμούς. Αντί γι’ αυτό, το Μέγαρο Μαξίμου εμφανίστηκε περίπου... δικαιωμένο.
Επειδή οι υπόλοιποι βουλευτές που είχαν ελεγχθεί δεν παραπέμφθηκαν, παρουσιάστηκε περίπου ως θρίαμβος το γεγονός ότι τέσσερις παραπέμπονται.
Σαν να συλλαμβάνεται κάποιος να βγαίνει από τράπεζα κρατώντας τα κλοπιμαία και να απαιτεί συγγνώμη από τον αστυνομικό, επειδή τόλμησε να του ζητήσει ταυτότητα.
Στο χωριό μου αυτό το λένε αλλιώς: «Εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι».
Το επιτελικό κράτος και οι... μόνιμοι ένοχοι
Για χρόνια ακούγαμε ότι το επιτελικό κράτος θα έφερνε διαφάνεια, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα. Όταν, όμως, ξεσπούν οι υποκλοπές, τα Τέμπη ή τώρα ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ποτέ δε φταίει το επιτελικό κράτος. Φταίνε οι προηγούμενοι.
Φταίνε οι υπηρεσίες. Φταίνε οι διαχρονικές παθογένειες. Και τώρα φαίνεται πως φταίει μέχρι και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος θα φταίει και ο... καιρός.
Όταν ο ελεγκτής γίνεται ο κατηγορούμενος
Η πιο εντυπωσιακή στιγμή της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας δεν ήταν οι αριθμοί.
Ήταν η ευθεία αιχμή του πρωθυπουργού ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό».
Πρόκειται για έναν βαρύ πολιτικό υπαινιγμό απέναντι σε έναν ανεξάρτητο ευρωπαϊκό εισαγγελικό θεσμό. Με απλά λόγια, αφήνεται να εννοηθεί ότι η EPPO λειτούργησε πολιτικά. Δηλαδή, τι ακριβώς; Ότι η Laura Kövesi ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να γίνει μέλος της ελληνικής αντιπολίτευσης; Ότι ένας ευρωπαϊκός εισαγγελικός θεσμός που ερευνά απάτες σε δεκάδες κράτη-μέλη απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον για τις εσωκομματικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας; Λίγη σοβαρότητα δε βλάπτει.
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Η απαξίωση, όμως, ανεξάρτητων ευρωπαϊκών θεσμών, επειδή οι αποφάσεις τους δεν είναι αρεστές, οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι κομματικό προνόμιο
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το τεκμήριο αθωότητας είναι ιερό. Ισχύει για όλους.
Για κάθε πολίτη. Για κάθε βουλευτή. Για κάθε υπουργό. Για κάθε κατηγορούμενο.
Την ενοχή δεν την αποφασίζουν ούτε οι τηλεοπτικές εκπομπές ούτε οι πολιτικοί αντίπαλοι ούτε τα πρωτοσέλιδα. Την αποφασίζουν τα δικαστήρια.
Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι η ύπαρξη ποινικών διώξεων εξαφανίζει αυτομάτως την πολιτική ευθύνη. Άλλο το ποινικό σκέλος. Άλλο η πολιτική λογοδοσία.
Γιατί, αν όλα περιορίζονται στο «περιμένετε την τελεσίδικη απόφαση», τότε δεν υπάρχει λόγος να παραιτηθεί ποτέ κανείς για τίποτα.
Δικαιοσύνη... αλά καρτ
Εδώ, όμως, αρχίζουν οι αντιφάσεις. Για τους κυβερνητικούς βουλευτές επιστρατεύεται καθημερινά το τεκμήριο αθωότητας. Και σωστά. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια ευαισθησία δεν περισσεύει πάντα, όταν οι κατηγορούμενοι δεν ανήκουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Στην υπόθεση της Marfin, για παράδειγμα, δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών, τηλεοπτικές συζητήσεις και πρωτοσέλιδα έδωσαν πολλές φορές την εντύπωση ότι οι ύποπτοι είχαν ήδη καταδικαστεί στη συνείδηση ορισμένων, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία.
Είναι άλλο πράγμα να ζητάς την πλήρη διαλεύκανση μιας τραγωδίας και άλλο να αντιμετωπίζεις το τεκμήριο αθωότητας ως δικαίωμα που ισχύει μόνο όταν αφορά τους «δικούς σου».
Το κράτος δικαίου δε λειτουργεί με πολιτικά φίλτρα
Δεν υπάρχει τεκμήριο αθωότητας για τους ημέτερους και τεκμήριο ενοχής για τους απέναντι. Αν το υπερασπιζόμαστε, το υπερασπιζόμαστε για όλους. Αλλιώς, δεν υπερασπιζόμαστε το Σύνταγμα. Υπερασπιζόμαστε την κομματική σκοπιμότητα.
Ο λογαριασμός θα πάει αλλού
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι δηλώσεις. Δεν είναι οι τηλεοπτικές αψιμαχίες. Δεν είναι οι επικοινωνιακές κορώνες. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι, στο τέλος, αυτό το σκάνδαλο δε θα το πληρώσουν όσοι πρωταγωνίστησαν.
Θα το πληρώσουν οι έντιμοι αγρότες. Θα το πληρώσει η χώρα με πρόστιμα και περικοπές ευρωπαϊκών ενισχύσεων. Θα το πληρώσουν οι φορολογούμενοι. Και μαζί θα πληρώσει η αξιοπιστία της Ελλάδας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Αυτό είναι το πραγματικό κόστος. Όχι οι πολιτικοί διαξιφισμοί.
Η αλαζονεία προηγείται πάντα της πτώσης
Υπάρχει μια σταθερά στην πολιτική. Οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν μόνο από τα σκάνδαλα. Πέφτουν όταν πείθονται ότι δε χρειάζεται να δίνουν εξηγήσεις.
Όταν, αντί για αυτοκριτική, επιτίθενται σε όσους ελέγχουν. Όταν, αντί να λογοδοτούν, ζητούν και τα... ρέστα. Όταν θεωρούν ότι η κοινωνία ξεχνά.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έκλεισε. Η δικαστική έρευνα συνεχίζεται. Οι πολιτικές ευθύνες, επίσης, παραμένουν ανοιχτές. Και η κάλπη, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές η ιστορία, δε διαβάζει δελτία Τύπου ούτε επικοινωνιακές οδηγίες.
Γιατί ο ελληνικός λαός μπορεί να αργεί, μπορεί να δείχνει ανοχή, μπορεί ακόμη και να συγχωρεί. Ένα πράγμα, όμως, δύσκολα συγχωρεί: την αλαζονεία εκείνου που, ενώ τον έχουν πιάσει με τη γίδα στην πλάτη, επιμένει ότι δεν ήταν γίδα. Ήταν... πιτυρίδα.
