Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως κορυφαίο επίτευγμα την επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, υποστηρίζοντας ότι αυτά της επιτρέπουν να αποπληρώνει πρόωρα μέρος του δημόσιου χρέους. Σε επίπεδο εντυπώσεων, το αφήγημα μοιάζει ισχυρό. Η ουσία όμως βρίσκεται αλλού, από πού προήλθαν αυτά τα πλεονάσματα και ποιο είναι το πραγματικό τους κόστος για την κοινωνία;
Εάν τα επιπλέον δημόσια έσοδα ήταν αποτέλεσμα ισχυρής παραγωγικής ανάπτυξης, αύξησης της απασχόλησης, υψηλότερων πραγματικών μισθών και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, τότε η εικόνα θα ήταν διαφορετική. Μια οικονομία που παράγει νέο πλούτο δικαιολογημένα δημιουργεί μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα και σταθερότερη δημοσιονομική βάση. Η πραγματικότητα, όμως, απέχει αρκετά από αυτή την εικόνα.
Ο μεγάλος κερδισμένος του πληθωρισμού
Από το 2022 και μετά, η εκτίναξη του πληθωρισμού αύξησε σχεδόν αυτόματα τις εισπράξεις από τους έμμεσους φόρους. Με τους συντελεστές του ΦΠΑ να παραμένουν αμετάβλητοι, κάθε ανατίμηση στα προϊόντα και στις υπηρεσίες σήμαινε και μεγαλύτερο ποσό φόρου που κατέληγε στα δημόσια ταμεία. Αναμφίβολα, υπήρξαν και άλλοι παράγοντες που ενίσχυσαν τα έσοδα, όπως η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών που βελτίωσε την εισπραξιμότητα, αλλά και η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ.
Ωστόσο, ο βασικός μοχλός ήταν η άνοδος των τιμών.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ είναι χαρακτηριστικά. Τα συνολικά έσοδα από έμμεσους φόρους αυξήθηκαν από 30,8 δισ. ευρώ το 2021 σε 42,9 δισ. ευρώ το 2025. Στην κατηγορία των φόρων αγαθών και υπηρεσιών, όπου κυριαρχεί ο ΦΠΑ, τα έσοδα ανήλθαν από 26,7 δισ. ευρώ σε 39,5 δισ. ευρώ μέσα στην ίδια περίοδο. Πρόκειται για αύξηση της τάξεως του 47,9% σε μόλις πέντε χρόνια. Με απλά λόγια, όσο ακριβότερα πλήρωνε ο πολίτης το καλάθι της καθημερινότητας, τόσο περισσότερο γέμιζαν τα δημόσια ταμεία.
Τα πλεονάσματα που πλήρωσαν τα νοικοκυριά
Αυτό εξηγεί γιατί τα δημοσιονομικά πλεονάσματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Στην πράξη, προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό επειδή εκατομμύρια πολίτες αναγκάστηκαν να πληρώνουν ακριβότερα σχεδόν κάθε βασικό αγαθό.
Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι είδαν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται αισθητά. Το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε, ενώ οι ανάγκες της καθημερινότητας αυξάνονταν συνεχώς. Για πολλές οικογένειες, κάθε μήνας μετατράπηκε σε άσκηση επιβίωσης. Οι νέοι εξακολουθούν είτε να μεταναστεύουν είτε να παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι, ακόμη και όταν εργάζονται, επειδή οι αποδοχές τους δεν επαρκούν για να στηρίξουν μια αυτόνομη ζωή και να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η δημογραφική κατάρρευση δεν είναι στατιστική
Το πιο ανησυχητικό αποτύπωμα αυτής της πραγματικότητας καταγράφεται στα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Οι γεννήσεις μειώθηκαν από 85,3 χιλιάδες το 2021 στις 65,6 χιλιάδες το 2025. Μέσα δηλαδή στην ίδια πενταετία κατά την οποία τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους εκτινάχθηκαν, οι γεννήσεις κατέγραψαν πτώση 23%.
Αν αφαιρεθούν μάλιστα οι γεννήσεις αλλοδαπών, η εικόνα για τον γηγενή ελληνικό πληθυσμό γίνεται ακόμη πιο δυσμενής. Δεν πρόκειται για έναν απλό δημογραφικό δείκτη. Πρόκειται για το μέτρο της ανασφάλειας μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να σχεδιάσει το μέλλον της.
Πρόωρη εξόφληση ή χαμένη ευκαιρία;
Η κυβέρνηση προβάλλει ως πρόσθετη επιτυχία την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δημόσιου χρέους. Αναμφίβολα, η πρακτική αυτή μειώνει μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και περιορίζει μέρος των τόκων που θα καταβάλλονταν στο μέλλον. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχει κάποιο όφελος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν αυτό το όφελος αξίζει το κόστος που πληρώνει μια οικονομία με τεράστιες ανάγκες σε επενδύσεις, παραγωγική ανασυγκρότηση, στεγαστική πολιτική και δημογραφική ενίσχυση. Με άλλα λόγια, αντί τα διαθέσιμα κεφάλαια να κατευθυνθούν στην πραγματική οικονομία, επιστρέφονται πρόωρα στους πιστωτές.
Υπάρχουν και άλλες επιλογές
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν εξεταστεί ο κίνδυνος από την άνοδο των επιτοκίων. Η πρόωρη αποπληρωμή δεν αποτελεί τη μοναδική λύση.
Η μετατροπή μέρους του κυμαινόμενου χρέους σε σταθερό, μέσω χρηματοοικονομικών εργαλείων όπως τα Interest Rate Swaps, θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικό μέρος του σχετικού κινδύνου. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η βιώσιμη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ επιτυγχάνεται κυρίως με την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και όχι αποκλειστικά με τη μείωση του χρέους μέσω υπερβολικών πρωτογενών πλεονασμάτων που στερούν πόρους από την οικονομία.
Η χώρα χάνει το μέλλον της
Όλα αυτά εξελίσσονται σε μια Ελλάδα που αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη δημογραφική κρίση της σύγχρονης ιστορίας της και ταυτόχρονα βρίσκεται απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία, η οποία διευρύνει συνεχώς τη βιομηχανική και παραγωγική της βάση μέσω μεγάλων επενδύσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική προτεραιότητα φαίνεται να είναι η δημοσιονομική εικόνα και όχι η ενίσχυση της παραγωγής, της οικογένειας και της κοινωνικής συνοχής.
Από τα μνημόνια στη μόνιμη λιτότητα
Η σημερινή κατάσταση θυμίζει έντονα τη φιλοσοφία των μνημονιακών χρόνων. Τότε, η βασική κριτική αφορούσε την υπερβολική δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία οδηγούσε σε ύφεση, φτωχοποίηση και αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Αργότερα ακόμη και οι ίδιοι οι δανειστές αναγνώρισαν ότι έγιναν σοβαρά λάθη στους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές.
Παρ' όλα αυτά, η σημερινή πολιτική συνεχίζει να δίνει απόλυτη προτεραιότητα στα υψηλά πλεονάσματα, εφαρμόζοντας με ακόμη μεγαλύτερη αυστηρότητα δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί κατά την περίοδο των μνημονίων. Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση εμφανίζεται χωρίς ουσιαστική εναλλακτική πρόταση, αφήνοντας το κυβερνητικό αφήγημα σχεδόν χωρίς σοβαρή πολιτική αμφισβήτηση.
Οι αριθμοί δεν αρκούν
Οι οικονομικοί δείκτες είναι απαραίτητοι για να αξιολογείται η πορεία μιας χώρας. Δεν μπορούν όμως να αποτελούν το μοναδικό μέτρο επιτυχίας. Όταν πίσω από τα δημοσιονομικά πλεονάσματα κρύβονται η μείωση της αγοραστικής δύναμης, η αδυναμία των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια, η δημογραφική υποχώρηση και η διαρκής φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης, τότε η εικόνα γίνεται πολύ πιο σύνθετη.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει πλεονάσματα. Μια κοινωνία όμως που εξαντλεί τους ανθρώπους της για να βελτιώνει λογιστικούς δείκτες δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί ότι οικοδομεί το μέλλον της. Και όσο οι πανηγυρισμοί περιορίζονται στους αριθμούς, τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική αφήγηση και στην καθημερινότητα των πολιτών.
