Όταν οι θεσμοί παραχωρούν τη θέση τους στις “συνεννοήσεις”, αυτό είναι θεσμική λειτουργία και κράτος δικαίου; Η συζήτηση της Παρασκευής στη Βουλή για την ακρίβεια έκρυβε μια ομολογία με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποκάλυψε ότι υπήρξε «συνεννόηση» με τα διυλιστήρια, ώστε να συγκρατηθούν οι τιμές των καυσίμων. Η αναφορά αυτή δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική λεπτομέρεια.
Αναδεικνύει έναν τρόπο διακυβέρνησης, όπου οι προσωπικές επαφές φαίνεται να προηγούνται των θεσμικών διαδικασιών. Αντί να λειτουργεί το κράτος, εμφανίζεται ο πρωθυπουργός να αναλαμβάνει ρόλο προσωπικού διαπραγματευτή με τους ισχυρούς της αγοράς.
Οι δεσμεύσεις που μένουν στα λόγια
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε για τέτοιου είδους «συμφωνίες». Μόλις στις 6 Ιουλίου, η εφημερίδα “Δημοκρατία” αποκάλυπτε ότι εκπρόσωποι της επιχειρηματικότητας είχαν δώσει διαβεβαιώσεις στον πρωθυπουργό πως θα συγκρατήσουν τις τιμές. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Οι τιμές συνεχίζουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, τα καύσιμα παραμένουν ακριβά και το καλάθι του σούπερ-μάρκετ εξακολουθεί να αδειάζει τα πορτοφόλια. Οι υποσχέσεις περισσεύουν. Τα αποτελέσματα λείπουν.
Σε μια ευρωπαϊκή χώρα υπάρχουν κανόνες
Σε ένα οργανωμένο κράτος, η αγορά δε λειτουργεί με προσωπικές συνεννοήσεις, ούτε με τηλεφωνήματα από το Μέγαρο Μαξίμου. Υπάρχουν υπουργεία, υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί, υπάρχουν ανεξάρτητες Αρχές που έχουν αποστολή να ελέγχουν την αγορά, να εντοπίζουν τα καρτέλ και να επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις όταν διαπιστώνεται αισχροκέρδεια.
Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση καλλιεργεί την εικόνα ότι όλα εξαρτώνται από τις προσωπικές παρεμβάσεις του πρωθυπουργού. Σαν να μην αρκεί το θεσμικό οπλοστάσιο της Πολιτείας, αλλά να απαιτείται κάθε φορά μια ιδιωτική διαπραγμάτευση με τους οικονομικά ισχυρούς.
Τι συμφωνείται πίσω από τις κλειστές πόρτες;
Η πρακτική αυτή δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ' όσα απαντά. Τι ακριβώς συζητείται σε αυτές τις επαφές; Ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνονται και από ποιους; Υπάρχουν συγκεκριμένοι όροι ή πρόκειται απλώς για προφορικές διαβεβαιώσεις καλής θέλησης;
Σε μια δημοκρατία, οι πολιτικές για την αγορά δεν μπορούν να βασίζονται σε άτυπες συμφωνίες πίσω από κλειστές πόρτες. Οφείλουν να στηρίζονται στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην εφαρμογή των νόμων.
Η κοινωνία δε ζητά παραστάσεις
Οι πολίτες έχουν κουραστεί από τις εξαγγελίες, τις αυστηρές συστάσεις και τις επικοινωνιακές διαρροές περί “δεσμεύσεων” της αγοράς. Η καθημερινότητα δεν αλλάζει με δημόσιες σχέσεις, ούτε με πολιτικά αφηγήματα. Η κοινωνία ζητά πραγματικούς ελέγχους, αποφασιστικές παρεμβάσεις απέναντι στην κερδοσκοπία και ένα κράτος που λειτουργεί ανεξάρτητα από τις διαθέσεις της αγοράς.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με προσωπικές συμφωνίες. Αντιμετωπίζεται με θεσμούς που δουλεύουν, νόμους που εφαρμόζονται και μια κυβέρνηση που επιλέγει να κυβερνά μέσα από αυτούς και όχι δίπλα σε αυτούς.
