Κι όμως, ο δικαστικός κλοιός σφίγγει για τον ΟΠΕΚΕΠΕ κι ας προσποιούνται οι περισσότεροι ότι το θέμα ξεχάστηκε - ως φαίνεται μάλιστα οι σκιές φτάνουν όλο και ψηλότερα. Για αρκετό καιρό η δημόσια συζήτηση γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ περιστρεφόταν γύρω από αποκαλύψεις, διαρροές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Πλέον όμως το σκηνικό αλλάζει. Και αλλάζει όχι απ’ όσα λέγονται, αλλά απ’ όσα γράφουν πλέον οι δικαστικές αποφάσεις.
Οι δύο καταδίκες, στην υπόθεση των 58 και στη δίκη Μελά-Ρέππα, δεν αποτελούν απλώς δύο ακόμη σταθμούς μιας μεγάλης έρευνας. Το πραγματικό τους βάρος βρίσκεται στο σκεπτικό των δικαστών, στις βαριές ποινές που επιβλήθηκαν χωρίς κανένα ελαφρυντικό και στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να προσβάλει ακόμη και τη μοναδική αθωωτική κρίση στην υπόθεση των 58 από την Κρήτη, της περίφημης δασκάλας.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι άλλο. Μετά την ολοκλήρωση των δύο δικών, το σύνολο του αποδεικτικού υλικού επιστρέφει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όχι για τυπική αρχειοθέτηση, αλλά για να ερευνηθεί αν διοικήσεις και υπηρεσιακά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ υπέπεσαν σε κακουργηματικές πράξεις. Και αυτό αλλάζει δραματικά τα δεδομένα.
Από τους ελέγχους... στην εξαφάνισή τους
Η αφετηρία της υπόθεσης βρίσκεται στους ελέγχους που είχε διατάξει ο τότε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρης Βάρρας. Είχαν εντοπιστεί περιπτώσεις που, σύμφωνα με τις οδηγίες του, έπρεπε να οδηγηθούν είτε στη Δικαιοσύνη είτε σε διαδικασίες ανάκτησης των παράνομων επιδοτήσεων.
Όμως, μετά την απομάκρυνσή του, το 2020, η εικόνα φαίνεται να ανατρέπεται. Έλεγχοι σταματούν. Υποθέσεις μένουν στο συρτάρι. Δηλώσεις μεταβάλλονται. Εγκύκλιοι αλλάζουν. Εικονικές και ακόμη και πλαστές διαθήκες, όπως αποδείχθηκε στην υπόθεση της Θεσσαλίας, γίνονται δεκτές. Ο μηχανισμός, αντί να κλείνει τις χαραμάδες, μοιάζει να τις ανοίγει ακόμη περισσότερο.
Και κάπως έτσι, όσοι είχαν βρεθεί στο “μικροσκόπιο” των ελέγχων φαίνεται ότι βγήκαν τελικά κερδισμένοι. Το αποκορύφωμα αυτής της διαδρομής θα έρθει τα επόμενα χρόνια, κυρίως την περίοδο 2023-2024.
Οι ίδιες παρέες εμφανίζονται ξανά
Υπάρχει όμως μία λεπτομέρεια που μόνο λεπτομέρεια δεν είναι. Όποιος διαβάσει προσεκτικά τα ονόματα των δύο δικογραφιών, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει ότι οι ίδιοι κύκλοι επανεμφανίζονται σχεδόν παντού. Στην υπόθεση των 58, όπου καταδικάστηκαν οι 57, βρίσκονται πρόσωπα που δήλωναν από την Κρήτη αγριελιές και αμυγδαλιές στον Γράμμο ως τα Σκόπια, εμφανίζοντας δεσμούς προνομιακούς με το ΚΥΔ του επονομαζόμενου “Φραπέ”, αλλά και με άλλους παράγοντες της ίδιας διαδρομής.
Αρκετοί εξ αυτών προέρχονται από την ίδια ευρύτερη οικογένεια, της οποίας μέλος διατηρούσε γνωστή σχέση με τον Μάκη Βορίδη από την εποχή που ήταν υπουργός.
Σχεδόν το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στη δίκη Μελά-Ρέππα, που αφορά τον εξαφανισμένο φάκελο ελέγχων της Παρασκευής Τυχεροπούλου.
Από τους 43 εμπλεκόμενους, οι περισσότεροι εμφανίζονται να συνδέονται τόσο με τον “Φραπέ”, όσο και με πρόσωπα του περιβάλλοντος του Μάκη Βορίδη και του Δημήτρη Μελά, ο οποίος το 2019 είχε τοποθετηθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι συμπτώσεις, πλέον, είναι πολλές για να θεωρούνται απλές συμπτώσεις.
Η δικογραφία δείχνει προς τα πάνω
Το νέο στοιχείο είναι ότι οι δύο υποθέσεις επιστρέφουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνοδευόμενες από κατεύθυνση για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ευθυνών ακόμη και πολιτικών προσώπων.
Στο “κάδρο” αυτής της εξέτασης βρίσκεται και ο σημερινός βουλευτής Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας, Φάνης Παπάς. Η πρώτη υπόθεση αφορά την περιβόητη “Τεχνική Λύση” του 2020.
Την επιλογή που είχε απορρίψει ο Γρηγόρης Βάρρας, αλλά τελικά εφαρμόστηκε. Στην Εξεταστική Επιτροπή κατατέθηκε από τον ίδιο τον Φάνη Παπά έγγραφο στο οποίο υπάρχει η ένδειξη «Συμφωνώ» του τότε υπουργού Μάκη Βορίδη. Ένα έγγραφο που πρέπει να τονιστεί πως δεν υπήρχε στη δικογραφία που είχε διαβιβαστεί στη Βουλή.
Η δεύτερη υπόθεση αφορά την ακύρωση των ελέγχων για περίπου 4.000 περιπτώσεις, την αλλαγή της εγκυκλίου που είχε θεσπιστεί επί Βάρρα και την καταβολή ενισχύσεων σε πρόσωπα που είχαν ήδη τεθεί υπό αμφισβήτηση, με τη συμμετοχή και του Δημήτρη Μελά.
Το ερώτημα που ζητά απάντηση
Και στις δύο περιπτώσεις ο κοινός παρονομαστής είναι ο ίδιος, βοσκότοποι χωρίς ζώα, εθνικό απόθεμα και υποθέσεις που ξεκινούν από την Κρήτη. Το ερώτημα, λοιπόν, επιστρέφει αναπόφευκτα στην πολιτική ηγεσία της εποχής.
Το έγγραφο που κατέθεσε ο Φάνης Παπάς, όταν πλέον η υπόθεση είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις, περιλαμβάνει την υπηρεσιακή επισήμανση ότι οι απαιτήσεις για το εθνικό απόθεμα του 2020 ήταν εξωπραγματικές.
Ακριβώς από κάτω βρίσκεται η ένδειξη «Συμφωνώ» του τότε υπουργού Μάκη Βορίδη.
Και αυτό είναι ίσως το στοιχείο που αποκτά σήμερα ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί εξηγεί πώς, μέσα σε μία μόνο χρονιά, η διανομή εθνικού αποθέματος μέσω βοσκοτόπων χωρίς ζωικό κεφάλαιο εκτινάχθηκε σε επίπεδα που ακόμη και έμπειρα στελέχη του χώρου περιγράφουν με μία μόνο λέξη: «Ουρανοξύστης».
Και πλέον, μετά τις δικαστικές αποφάσεις, δεν είναι μόνο οι επιδοτήσεις που βρίσκονται στο “μικροσκόπιο”. Είναι και οι αποφάσεις που τις επέτρεψαν.
