Λίγες μόλις ώρες μετά την πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά να ζητήσει από τον Άρειο Πάγο την επανεξέταση της υπόθεσης των υποκλοπών, η κυβέρνηση επανέφερε στο πολιτικό προσκήνιο, και μάλιστα διά στόματος του αντιπροέδρου του κυβερνώντος κόμματος, του κ. Γεωργιάδη, έναν γνώριμο ισχυρισμό, ότι ο Αλέξης Τσίπρας χρηματίστηκε προκειμένου να προωθηθούν οι αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες του 2019.
Η συγκυρία δεν πέρασε απαρατήρητη. Επτά χρόνια μετά τις εκλογές του 2019, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες πολιτικές πιέσεις και δημόσιες συζητήσεις γύρω από τις υποκλοπές, το συγκεκριμένο αφήγημα επανέρχεται δυναμικά.
Ένα αφήγημα που επανέρχεται
Η συγκεκριμένη κατηγορία δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Η Νέα Δημοκρατία έχει κατά καιρούς επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό, παρότι η σχετική καταγγελία είχε ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από τη Δικαιοσύνη και είχε τεθεί στο αρχείο.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, η ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης αυξήθηκε αισθητά, με τον Άδωνι Γεωργιάδη να ανοίγει τον κύκλο των επιθέσεων και το Μέγαρο Μαξίμου να ακολουθεί την ίδια γραμμή.
Οι αλλαγές που ψήφισε η κυβέρνηση το 2019
Εκείνο όμως που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα είναι οι παρεμβάσεις που πραγματοποίησε η ίδια η κυβέρνηση λίγους μόλις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Τον Νοέμβριο του 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Τσιάρας προχώρησαν σε νέες τροποποιήσεις των Ποινικών Κωδίκων. Μεταξύ αυτών, η απιστία τραπεζικών στελεχών έπαψε να διώκεται αυτεπαγγέλτως, καθώς πλέον απαιτούνταν έγκληση από την ίδια την τράπεζα για να κινηθεί η ποινική διαδικασία.
Με τον τρόπο αυτό, ο εισαγγελέας δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει δίωξη ακόμη και όταν διαπίστωνε ζημία σε βάρος μιας τράπεζας, εφόσον η ίδια δεν υπέβαλε μήνυση κατά του στελέχους της.
Η αναδρομική εφαρμογή και οι συνέπειες
Η αλλαγή δεν περιορίστηκε στις νέες υποθέσεις. Η κυβέρνηση προέβλεψε και αναδρομική εφαρμογή της διάταξης. Το άρθρο 6 του σχετικού νόμου όριζε ότι εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που είχαν κινηθεί αυτεπαγγέλτως θα συνέχιζαν μόνο εφόσον η δικαιούχος τράπεζα υπέβαλε σχετική δήλωση μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Η πρακτική συνέπεια ήταν ότι υποθέσεις στις οποίες είχαν ήδη ασκηθεί διώξεις χωρίς προηγούμενη έγκληση οδηγήθηκαν στο αρχείο.
Οι υποθέσεις που επηρεάστηκαν
Μεταξύ των υποθέσεων που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο συγκαταλέγονταν, σύμφωνα με όσα είχαν δημοσιοποιηθεί τότε, η υπόθεση Πανγαία, το ΛΕΠΕΤΕ, τα τραπεζικά δάνεια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και οι χρηματοδοτήσεις μεγάλων εκδοτικών ομίλων. Οι εξελίξεις εκείνης της περιόδου είχαν προκαλέσει και διεθνές ενδιαφέρον, με το θέμα να φιλοξενείται ακόμη και στους “Financial Times”.
Η μεταγενέστερη ανατροπή
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2025, η διάταξη για την κακουργηματική απιστία τραπεζικών στελεχών επανήλθε ουσιαστικά στο προηγούμενο καθεστώς, ύστερα από νομοθετική παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη.
Ο ίδιος είχε αναγνωρίσει δημόσια ότι η προηγούμενη ρύθμιση αποτέλεσε λανθασμένη επιλογή.
Οι δεσμευμένες περιουσίες και οι διεθνείς αντιδράσεις
Την ίδια χρονιά, η κυβέρνηση προχώρησε και σε μία ακόμη σημαντική μεταβολή στον Ποινικό Κώδικα. Θεσπίστηκε ανώτατο χρονικό όριο 18 μηνών για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων προσώπων που ερευνώνται για “ξέπλυμα” χρήματος, ακόμη και αν η ποινική διερεύνηση ή η εκδίκαση της υπόθεσης δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η επιλογή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς είχε επισημανθεί ότι ερχόταν σε αντίθεση με τις κατευθύνσεις της FATF, του διεθνούς οργανισμού για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος, αλλά και της GRECO, της Ομάδας Κρατών κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Ως αποτέλεσμα, αποδεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία προσώπων που βρίσκονταν υπό διερεύνηση για υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το πολιτικό ερώτημα
Με αυτά τα δεδομένα, η κυβερνητική επιχειρηματολογία γεννά ένα πρόσθετο πολιτικό ερώτημα. Αν η λογική είναι ότι κάθε νομοθετική παρέμβαση που ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα πρέπει να συνοδεύεται από υπόνοιες περί ανταλλαγμάτων, τότε εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι ισχύει για τις διατάξεις που ψήφισε η ίδια η κυβέρνηση το 2019, οι οποίες οδήγησαν στην αρχειοθέτηση σημαντικών τραπεζικών υποθέσεων και στην αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων ελεγχόμενων για ξέπλυμα χρήματος.
Ένα ερώτημα που, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, παραμένει μέρος της δημόσιας συζήτησης.
