samaras-mitsotakis

Από τη “γραμμή Σαμαρά” στη θεωρία της πολιτικής συνέχειας 

Παραπολιτικά
Από τη “γραμμή Σαμαρά” στη θεωρία της πολιτικής συνέχειας 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από τον ΣΥΡΙΖΑ του 2015 στη σημερινή Νέα Δημοκρατία: η δύσκολη εξίσωση του Αντώνη Σαμαρά

Αναμφίβολα, η πολιτική στόφα του Αντώνη Σαμαρά και οι καίριες ολοκληρωμένες πολιτικές του αιχμές είναι ο πιο ισχυρός “πονοκέφαλος” για τον Μητσοτάκη αυτή τη στιγμή, αφού “χτυπάει” στην “καρδιά” της λαϊκής δεξιάς, που είναι ο ιδεολογικός κορμός της Ν.Δ... Αλλά στο δίπολο Κυριάκου-Αλέξη, ο Αντώνης προσώρας έχει μια αφήγηση που “σκοντάφτει” στα γεγονότα, αρέσει δεν αρέσει στους φίλους του Αντώνη. 

Η προσπάθεια του σαμαρικού “στρατοπέδου” να παρουσιάσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως πολιτικό συνεχιστή του Αλέξη Τσίπρα, ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, προκαλεί περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά. Πρόκειται για μια ερμηνεία που επιχειρεί να τοποθετήσει απέναντι στο ίδιο “κάδρο” τον νεοφιλελεύθερο Μητσοτάκη και τον αριστερό Τσίπρα, μέσα από το πρίσμα μιας παραδοσιακής, συντηρητικής Δεξιάς που επιδιώκει να διαφοροποιηθεί και από τους δύο.

Αν όμως γίνει δεκτή αυτή η συλλογιστική, τότε εύλογα προκύπτει και ένα άλλο συμπέρασμα: ότι η κυβέρνηση Τσίπρα συνέχισε σε μεγάλο βαθμό την πορεία που είχε χαράξει το δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου, φτάνοντας μάλιστα να εφαρμόσει επιλογές και δεσμεύσεις που η προηγούμενη κυβέρνηση, αυτή του Αντώνη και του Βαγγέλη, είτε δεν μπόρεσε είτε δεν τόλμησε να ολοκληρώσει προκειμένου να οδηγήσει τη χώρα εκτός μνημονίων. 

Η παγίδα της “αριστερής παρένθεσης” 

Ο Αντώνης Σαμαράς επένδυσε πολιτικά στη θεωρία της “αριστερής παρένθεσης”, θεωρώντας ότι μια ενδεχόμενη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα κατέρρεε γρήγορα. Εκείνο που δεν υπολόγισε ήταν ότι η κυβέρνηση της “πρώτης φοράς Αριστερά” θα αναλάμβανε τελικά να διαχειριστεί και να κλείσει εκκρεμότητες που είχαν μείνει ανοιχτές από το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό, με μεγαλύτερη προθυμία και από τους προκατόχους της και υπεύθυνους συνολικά για τη χρεωκοπία της χώρας. 

Η μόνη δικαιολογία που θα μπορούσε να επικαλεστεί τότε η κυβέρνηση Σαμαρά ήταν η εσφαλμένη εκτίμηση ότι στους ευρωπαϊκούς διαδρόμους των Βρυξελλών μπορούσε να διαπραγματευτεί έχοντας ως επιχείρημα τον φόβο μιας ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Μια υπόθεση που αποδείχθηκε εκτός πραγματικότητας. 

Η αναμέτρηση με τους δανειστές 

Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να κατηγορήθηκε για αυταπάτες και λανθασμένες εκτιμήσεις, όμως μπήκε στη σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, έδωσε τη μάχη, ηττήθηκε πολιτικά, έκανε την κυβίστηση μετά το δημοψήφισμα και υπέγραψε τη συμφωνία που έκρινε αναγκαία για τη χώρα, την οποία έφερε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 στο εκλογικό σώμα. Παρέμεινε στο πεδίο της ευθύνης αναλαμβάνοντας το συνολικό πολιτικό κόστος. 

Αντίθετα, η άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εμπόδισε την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια ή ότι ευθύνεται αποκλειστικά για την προσφυγή στις κάλπες αποτελεί μια πολιτική αφήγηση που υιοθετήθηκε επί χρόνια από Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να αντέχει πλήρως στην αντιπαραβολή με τα γεγονότα της περιόδου. 

Όταν η κοινωνία έστειλε μήνυμα 

Το 2014 η πολιτική εικόνα είχε ήδη αλλάξει. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε πρώτη πολιτική δύναμη σε πανελλαδικό επίπεδο, κατέκτησε την Περιφέρεια Αττικής και έφτασε μια ανάσα από τον Δήμο Αθηναίων. Παράλληλα, στις ευρωεκλογές της ίδιας περιόδου επικράτησε με ποσοστό 26,56%, αφήνοντας τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά στη δεύτερη θέση με 22,72%. 

Ήταν η στιγμή κατά την οποία ο Αλέξης Τσίπρας διαμήνυε προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι η κυβέρνηση λειτουργούσε πλέον υπό πολιτική προθεσμία. 

Η δύσκολη εξίσωση της πέμπτης αξιολόγησης 

Η αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια ήταν εμφανής και το Μέγαρο Μαξίμου αναζητούσε διέξοδο. Ενόψει της πέμπτης αξιολόγησης του δεύτερου μνημονίου, η κυβέρνηση επιχείρησε να διαμορφώσει όρους πολιτικής επιβίωσης. 

Στο πλαίσιο αυτό τοποθετήθηκε ο Γιάννης Στουρνάρας στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ παράλληλα επιχειρήθηκε να συμφωνηθεί η αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα χωρίς νέα χρηματοδότηση και με μετάβαση σε ευρωπαϊκή πιστωτική γραμμή. Ακολούθησαν επαφές και μυστικές διαβουλεύσεις στο Παρίσι, στο Μιλάνο και στο Βερολίνο. Ωστόσο, ούτε η Κομισιόν, ούτε το ΔΝΤ, ούτε η Άνγκελα Μέρκελ αποδέχτηκαν τις ελληνικές εισηγήσεις για ολοκλήρωση του προγράμματος χωρίς τα πρόσθετα μέτρα που ζητούσαν οι δανειστές. 

Το mail Χαρδούβελη και το αδιέξοδο 

Η κατάσταση κορυφώθηκε όταν το ΔΝΤ αρνήθηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, διαπιστώνοντας ότι από τις δεκατέσσερις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις είχε ολοκληρωθεί μόλις μία. Λίγες ημέρες αργότερα έφτασε στο Eurogroup το γνωστό πλέον mail Χαρδούβελη, το οποίο περιλάμβανε μέτρα ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ και πρόσθετες παρεμβάσεις για το καλοκαίρι του 2015. Οι θεσμοί, ωστόσο, θεωρούσαν ότι το δημοσιονομικό κενό ήταν σημαντικά μεγαλύτερο και αντιμετώπισαν την ελληνική πρόταση ως μια προσπάθεια πολιτικής διαχείρισης της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Η επιλογή της προεδρικής εκλογής 

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αντώνης Σαμαράς επέλεξε να επισπεύσει τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, προτείνοντας τον Σταύρο Δήμα. Ήταν μια κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, καθώς ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχε εξασφαλισμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 180 βουλευτών. Μετά τις τρεις άκαρπες ψηφοφορίες, η χώρα οδηγήθηκε σε εθνικές εκλογές.

Ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε μπροστά σε μια επιλογή με σημαντικές συνέπειες: είτε να στηρίξει τον κυβερνητικό σχεδιασμό, είτε να επιμείνει στην πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Επέλεξε το δεύτερο και ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας χώρας με εξαιρετικά περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα. 

Το νέο πολιτικό εγχείρημα και οι προσδοκίες 

Σήμερα, όσοι κινούνται γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά εκτιμούν ότι μια ενδεχόμενη αυτόνομη εκλογική κάθοδος θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς. Η βασική τους εκτίμηση είναι ότι θα απορροφήσει δυνάμεις από τη Νέα Δημοκρατία, θα ενεργοποιήσει απογοητευμένους ψηφοφόρους που σήμερα απέχουν και θα δυσκολέψει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κινηθεί σε ποσοστά που εξασφαλίζουν ισχυρό εκλογικό πλεονέκτημα.

Στους σχεδιασμούς του σαμαρικού χώρου, ο πήχης τοποθετείται κοντά στο 8%, ενώ οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις κάνουν λόγο ακόμη και για διψήφια εκλογική επίδοση, της τάξεως του 12%. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News