Τι είναι η πατρίδα μας, με κυνικούς όρους οικονομετρίας, αν όχι η χώρα των υπερπλεονασμάτων και των άδειων πορτοφολιών;
Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η μία είναι αυτή που περιγράφεται στις κυβερνητικές παρουσιάσεις επικοινωνιακής καταιγίδας, στους πίνακες των υπουργείων και στις ανακοινώσεις για ανάπτυξη, επενδύσεις και υπερπλεονάσματα. Η άλλη είναι αυτή που συναντά κανείς στο ταμείο του σούπερ-μάρκετ, στο ενοίκιο που ανανεώνεται με νέα αύξηση, στο πρατήριο καυσίμων και στους λογαριασμούς που φτάνουν κάθε μήνα.
Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο αυτές Ελλάδες όχι μόνο δε συναντιούνται, αλλά απομακρύνονται διαρκώς η μία από την άλλη.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ήρθαν να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη γνωρίζει κάθε νοικοκυριό. Ο πληθωρισμός μπορεί να εμφανίζεται οριακά μειωμένος στα χαρτιά, όμως η ακρίβεια παραμένει εγκατεστημένη στην καθημερινότητα σαν μόνιμος συγκάτοικος. Το μοσχάρι ακριβότερο κατά 17,6%, το αρνί και το κατσίκι κατά 16,2%, η βενζίνη κατά 21,5%, το φυσικό αέριο κατά 21%, τα αεροπορικά εισιτήρια σχεδόν 20% πάνω. Και δίπλα σε αυτά, τα ενοίκια συνεχίζουν την ξέφρενη πορεία τους, μετατρέποντας τη στέγη σε είδος πολυτελείας. Κι όμως, η επίσημη αφήγηση επιμένει ότι η οικονομία βελτιώνεται.
Όταν η αγορά λειτουργεί για τους λίγους
Η αλήθεια είναι ότι, μετά από εφτά χρόνια διακυβέρνησης, η ακρίβεια δεν μπορεί πλέον να παρουσιάζεται ως ένα προσωρινό ή εισαγόμενο φαινόμενο. Δεν είναι μια έκτακτη κρίση. Είναι μια νέα κανονικότητα που παγιώθηκε. Και το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: γιατί δεν αντιμετωπίζεται; Διότι, αν υπήρχε πραγματική πολιτική βούληση, το βάρος θα είχε πέσει εκεί όπου γεννιέται το πρόβλημα. Στη δομή της αγοράς, στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, στις πρακτικές που διατηρούν τις τιμές ψηλά, ανεξάρτητα από το αν μειώνονται οι διεθνείς πιέσεις.
Αντί γι’ αυτό, είδαμε pass, επιδόματα, προσωρινές ενισχύσεις και επικοινωνιακές παρεμβάσεις. Μέτρα που ανακουφίζουν για λίγες ημέρες, αλλά δεν αλλάζουν τίποτα στη μεγάλη εικόνα. Ο πολίτης εξακολουθεί να πληρώνει ακριβότερα τα ίδια προϊόντα, τις ίδιες υπηρεσίες και την ίδια στέγη. Την ίδια ώρα, οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς εμφανίζουν αυξημένους τζίρους και υψηλές κερδοφορίες.
Οι τράπεζες καταγράφουν ισχυρά αποτελέσματα. Τα δημόσια ταμεία γεμίζουν από τους έμμεσους φόρους που πληρώνονται πάνω στις αυξημένες τιμές. Κάποιοι, οι περισσότεροι, χάνουν και κάποιοι κατά πολύ ολιγότεροι κερδίζουν. Και αυτό δεν είναι ούτε θεωρία ούτε ιδεολογική προσέγγιση. Είναι η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στα στοιχεία.
Η “ανάπτυξη” που δε φτάνει στην κοινωνία
Η κυβέρνηση υπενθυμίζει διαρκώς ότι αύξησε τον κατώτατο μισθό και μείωσε την ανεργία. Είναι αλήθεια, αλλά “ονομαστικά”. Υπάρχει όμως μια ακόμη αλήθεια που δεν μπορεί να κρυφτεί. Όταν ο μισθός αυξάνεται αλλά η αγοραστική δύναμη μειώνεται, τότε η βελτίωση είναι λογιστική και όχι πραγματική. Γι' αυτό και οι έρευνες καταγράφουν σταθερά την ακρίβεια ως το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτών. Γι' αυτό και η αποταμίευση συρρικνώνεται. Γι' αυτό και ολοένα περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν προστεθεί το ιδιωτικό χρέος. Τα “κόκκινα” δάνεια μπορεί να έφυγαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών, δεν έφυγαν όμως από τις ζωές των πολιτών. Μεταφέρθηκαν στα funds και στους servicers, μαζί με τις πιέσεις, τις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς. Έτσι δημιουργείται ένα οικονομικό μοντέλο όπου η ανάπτυξη καταγράφεται στους δείκτες, αλλά η ανασφάλεια καταγράφεται στην κοινωνία.
Το αφήγημα της “διεθνούς κρίσης” δεν αρκεί πλέον
Επί χρόνια η κυβέρνηση επικαλείται τις διεθνείς αναταράξεις, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση και τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι όλα αυτά επηρέασαν τις τιμές. Όμως το 2026 δεν είναι 2022.
Όταν η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει από τους υψηλότερους δείκτες πληθωρισμού στην Ευρώπη, όταν οι διεθνείς πιέσεις υποχωρούν αλλά οι τιμές παραμένουν πεισματικά ψηλά, τότε η εξήγηση δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στο εξωτερικό.
Κάποια στιγμή η ευθύνη σταματά να είναι διεθνής και γίνεται απολύτως εγχώρια. Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα για όσους κυβερνούν.
Η μεγάλη πολιτική σύγκρουση βρίσκεται μπροστά
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι η “τσέπη του πολίτη” θα αποτελέσει τον κεντρικό άξονα της πορείας προς το 2030, μόνο τυχαία δεν ήταν. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι οι εκλογές δε θα κριθούν ούτε από τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης, ούτε από τα πρωτογενή πλεονάσματα. Θα κριθούν στο αν ο πολίτης αισθάνεται ότι ζει καλύτερα απ’ ό,τι πριν έξι χρόνια. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αδυναμία της κυβερνητικής αφήγησης. Γιατί, όταν μια κυβέρνηση ζητά τρίτη θητεία, υποσχόμενη ότι θα λύσει ένα πρόβλημα που δεν κατάφερε να λύσει σε δύο συνεχόμενες τετραετίες, είναι λογικό να συναντά δυσπιστία.
Η κοινωνία δε ζητά επιδόματα, ζητά ανατροπή του μοντέλου
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ανάπτυξη. Υπάρχει.
Το ερώτημα είναι ποιος την καρπώνεται.
Διότι, όσο τα υπερπλεονάσματα μεγαλώνουν αλλά η αγοραστική δύναμη μειώνεται, όσο οι ισολογισμοί ευημερούν αλλά τα νοικοκυριά πιέζονται, όσο η στέγη γίνεται απρόσιτη και το κόστος ζωής παραμένει δυσβάσταχτο, τόσο θα βαθαίνει η αίσθηση ότι η χώρα κινείται με δύο διαφορετικές ταχύτητες. Και οι κοινωνίες αντέχουν τις δυσκολίες.
Δεν αντέχουν όμως επ' αόριστον την αίσθηση της αδικίας. Γιατί η ακρίβεια παύει να είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος από τους πολλούς προς τους λίγους. Τότε γίνεται πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής.
Και τα πολιτικά ζητήματα, αργά ή γρήγορα, βρίσκουν τη λύση τους στην κάλπη. Εκεί όπου δε μετρούν οι δείκτες, αλλά η εμπειρία της καθημερινότητας. Εκεί όπου οι πολίτες αποφασίζουν αν η σημερινή κατάσταση είναι πράγματι “κανονικότητα” ή αν ήρθε η ώρα να αναζητηθεί μια διαφορετική πορεία για τη χώρα.
