Για να πιάσουμε σήμερα ένα ενεργειακό αποτύπωμα, που λέει και το λεξιλόγιο της μόδας, που δε χωρά στα ψιλά γράμματα. Γιατί υπάρχουν ορισμένες ειδήσεις που περνούν σχεδόν αθόρυβα, παρότι οι διαστάσεις τους θα έπρεπε να προκαλούν πολύ μεγαλύτερο προβληματισμό. Όχι γιατί αφορούν κάποια ακόμη κομματική αψιμαχία ή έναν τηλεοπτικό καβγά της επικαιρότητας ή πώς κουταλομετρούν τις καθημερινές σχεδόν δημοσκοπήσεις, αλλά επειδή συνδέονται με τον τρόπο που σχεδιάζεται (λέμε τώρα) το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και με το πώς διαχειρίζονται οι φυσικοί και ενεργειακοί της πόροι.
Το Data Center του Θεσσαλικού κάμπου
Μία από αυτές αφορά το Data Center που δρομολογείται στη Λάρισα, στη μέση του Θεσσαλικού κάμπου. Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας θα αντιστοιχεί στις ανάγκες περίπου 500.000 νοικοκυριών, ενώ οι απαιτήσεις σε νερό θα αγγίζουν τα 100 εκατομμύρια λίτρα τον χρόνο.
Από την άλλη, οι θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν υπολογίζονται στις 300, ενώ τα οικονομικά οφέλη για τους ιδιοκτήτες και τους μεγάλους πελάτες του έργου προδιαγράφονται σε επίπεδα δισεκατομμυρίων ευρώ.
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα έργο τεράστιας κλίμακας, με σημαντικό αποτύπωμα και πολλαπλές προεκτάσεις. Κι όμως, αναζητώντας κανείς μια σοβαρή δημόσια συζήτηση γύρω από τις πραγματικές του διαστάσεις, δύσκολα βρίσκει κάτι περισσότερο από σκόρπιες αναφορές. Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο αν αναλογιστεί κανείς ότι αντίστοιχα σχέδια δρομολογούνται και για το Ηράκλειο, με επίκεντρο τη Βιομηχανική Περιοχή.
Νερό δεν έχουμε, αλλά...
Την ίδια στιγμή που στον Θεσσαλικό κάμπο η συζήτηση για το νερό παραμένει δραματικά ανοιχτή μετά από χρόνια υπεράντλησης, καταστροφών και λανθασμένων επιλογών, ενώ και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στο Ηράκλειο, η αγωνία για την επάρκεια των υδάτινων πόρων αποτελεί καθημερινό θέμα για αγρότες, Αυτοδιοίκηση και πολίτες.
Παρά ταύτα, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στην «κλιματική αλλαγή», λες και η λειψυδρία είναι ένα φυσικό φαινόμενο χωρίς ανθρώπινες επιλογές, χωρίς πολιτικές ευθύνες και χωρίς αναπτυξιακές αποφάσεις που επιβαρύνουν περαιτέρω το πρόβλημα.
Όταν μιλάμε για εγκαταστάσεις που απαιτούν τεράστιες ποσότητες νερού και ενέργειας, δε θα έπρεπε η προστασία των υδάτινων πόρων να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα; Ή μήπως η ανάγκη διαφύλαξης του νερού ισχύει μόνο για τους πολίτες, τους αγρότες και τις τοπικές κοινωνίες, αλλά όχι για τις μεγάλες επενδύσεις που βαφτίζονται αυτομάτως «στρατηγικές»;
Όταν τα μεγάλα περνούν στα “ψιλά”
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Ανάλογη εικόνα είδαμε και στην υπόθεση των λιγνιτών. Άφθονη επικοινωνιακή διαχείριση, έντονη προπαγάνδα εκατέρωθεν, αλλά ελάχιστη ουσιαστική αντιπαράθεση για το πραγματικό κόστος, τα οφέλη και τις συνέπειες των επιλογών που έγιναν. Και αυτό δε συμβαίνει τυχαία. Στα μεγάλα ζητήματα που αφορούν στρατηγικές επενδύσεις, ενεργειακές επιλογές, υποδομές και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ κυβέρνησης και συστημικής αντιπολίτευσης συχνά γίνονται δυσδιάκριτες. Οι αντιθέσεις περιστρέφονται γύρω από τη διαχείριση, σπανιότερα γύρω από την ουσία.
Η κυριαρχία της “σκιάς του όνου”
Την ίδια ώρα, ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, από καθημερινές κομματικές αντιπαραθέσεις και από θορύβους που καταναλώνονται γρήγορα και ξεχνιούνται ακόμη γρηγορότερα. Συζητήσεις που θυμίζουν περισσότερο τη γνωστή διαμάχη περί «όνου σκιάς» παρά μια κοινωνία που επιχειρεί να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της εποχής της.
Έτσι, το δευτερεύον αναγορεύεται σε μείζον και το ουσιαστικό μεταφέρεται στο περιθώριο. Πρόκειται για μια παθογένεια που συνοδεύει διαχρονικά τη Μεταπολίτευση και τροφοδοτείται από την κυριαρχία της επικοινωνίας έναντι της πολιτικής, της εικόνας έναντι της ουσίας και της προπαγάνδας έναντι της πραγματικής ενημέρωσης.
Από τη Δημοκρατία στην ολιγαρχική κανονικότητα
Τα αποτελέσματα αυτής της πορείας είναι πλέον εμφανή. Η δημοκρατική λειτουργία μοιάζει ολοένα και περισσότερο αποδυναμωμένη, στερημένη από ιδεολογικό περιεχόμενο, πολιτικό όραμα και ηθικές αναφορές. Η πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε μια τεχνική διαχείρισης συμφερόντων, όπου οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την κοινωνία και συχνά χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.
Στη θέση μιας ζωντανής Δημοκρατίας αναδύεται μια νέα κανονικότητα, στην οποία η συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος γίνεται ολοένα πιο έντονη. Μια πραγματικότητα που για πολλούς προσεγγίζει περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας ολιγαρχικής λειτουργίας παρά εκείνα μιας συμμετοχικής δημοκρατίας.
Οι ίδιοι μηχανισμοί, τα ίδια αποτελέσματα
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τις κατά καιρούς συγκρούσεις, τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τις εναλλαγές στην εξουσία, ο βασικός πυρήνας του πολιτικού συστήματος παραμένει σχεδόν αμετάβλητος. Από τη μία κυβέρνηση στην άλλη και από τη μία ηγεσία στην επόμενη, οι κεντρικές επιλογές σε όσα αφορούν τα μεγάλα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα ακολουθούν συχνά την ίδια κατεύθυνση.
Συνολικά το πολιτικό προσωπικό που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις ενός συστήματος που σπάνια αμφισβητεί τις βασικές του σταθερές. Οι εναλλαγές προσώπων δημιουργούν την αίσθηση της ανανέωσης, χωρίς όμως να μεταβάλλουν ουσιαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι κρίσιμες αποφάσεις.
Γι’ αυτό και οι σημερινές πολιτικές ζυμώσεις δε δείχνουν να οδηγούν σε μια διαφορετική πρόταση για τη χώρα. Περισσότερο θυμίζουν μια προσπάθεια ανασύνθεσης του ίδιου πολιτικού χυλού με διαφορετικές αναλογίες και νέα περιτυλίγματα.
Και η εμπειρία έχει δείξει ότι, όταν χρησιμοποιείς τα ίδια εργαλεία, τους ίδιους μηχανισμούς και την ίδια λογική εξουσίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι πρωταγωνιστές μπορεί να αλλάζουν θέσεις στον κάδρο, όμως η φωτογραφία παραμένει σχεδόν η ίδια. Και όσο η κοινωνία παρακολουθεί τα δευτερεύοντα, τα πραγματικά μεγάλα ζητήματα θα συνεχίσουν να περνούν αθόρυβα, αφήνοντας άλλους να αποφασίζουν για τους πόρους, το νερό, την ενέργεια και τελικά το ίδιο το μέλλον της χώρας.
