Πρόωρες αποπληρωμές με το χέρι βαθιά στην τσέπη των πολιτών, αλλά η επικοινωνία, επικοινωνία...
Την ώρα που η αγορά στενάζει, οι μικρομεσαίοι μετρούν απώλειες και τα νοικοκυριά δε βγάζουν τον μήνα, στο κυβερνητικό “στρατόπεδο” πανηγυρίζουν για την πρόωρη αποπληρωμή μνημονιακών δανείων. Σερβίρουν ως εθνική επιτυχία αυτό που στην πραγματικότητα "χτίστηκε" πάνω στα ματωμένα πλεονάσματα μιας κοινωνίας που έχει “γονατίσει” από την ακρίβεια και τη φοροεπιδρομή.
Με τον πληθωρισμό της αισχροκέρδειας να ρημάζει την αγοραστική δύναμη, το κράτος γεμίζει τα ταμεία του κυρίως από τους έμμεσους φόρους και ειδικά τον ΦΠΑ. Αυτή η αφαίμαξη βαφτίζεται «υπεραπόδοση της οικονομίας» και μετατρέπεται σε εργαλείο κυβερνητικής προπαγάνδας, με τα φιλικά ΜΜΕ να “χτίζουν” ακόμη ένα success story πάνω στην κοινωνική ασφυξία.
Το χρέος μεγαλώνει, αλλά παρουσιάζεται ως... μείωση
Την ίδια στιγμή, επιχειρείται και μια επικοινωνιακή αλχημεία γύρω από το δημόσιο χρέος. Παρά τα κυβερνητικά αφηγήματα περί «ταχύτερης μείωσης», η πραγματικότητα των αριθμών είναι αμείλικτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το χρέος στο τέλος του 2025 έφτασε τα 406 δισ. ευρώ, όταν το 2019 η κυβέρνηση Μητσοτάκη το είχε παραλάβει στα 356 δισ. ευρώ.
Κι όμως, από το Μέγαρο Μαξίμου παρουσιάζεται ως επίτευγμα η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, αποκρύπτοντας ότι το ίδιο το χρέος διογκώνεται. Μια λογιστική εικόνα που στηρίζεται σε ένα τεχνητά φουσκωμένο ΑΕΠ λόγω ακρίβειας και υπερφορολόγησης.
Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που η Νέα Δημοκρατία αφήνει πίσω της εκρηκτική διόγκωση χρέους. Η περίοδος 2004-2009 επί Κώστα Καραμανλή άνοιξε την “ψαλίδα” κατά περίπου 130 δισ. ευρώ, οδηγώντας τελικά στη χρεωκοπία του 2010. Σήμερα, πολλοί βλέπουν να στήνεται ξανά το ίδιο σκηνικό, αυτή τη φορά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, αλλά ίδια συνταγή.
Οι πρόωρες πληρωμές και το αφήγημα της “σταθερότητας”
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε στο Reuters ότι τον Ιούνιο η Ελλάδα θα προχωρήσει σε πρόωρη αποπληρωμή 6,9 δισ. ευρώ από τα πρώτα δάνεια διάσωσης που είχαν δοθεί από ευρωπαϊκές χώρες.
Πίσω όμως από την εικόνα της “δημοσιονομικής αξιοπιστίας”, κρύβεται μια πολιτική που στηρίζεται στην αφαίρεση πόρων από την πραγματική οικονομία. Τα υπερπλεονάσματα δε γεννήθηκαν από παραγωγική έκρηξη ή ανάπτυξη της αγοράς. Προήλθαν από μια κοινωνία που πληρώνει πανάκριβα βασικά αγαθά, ενέργεια και υπηρεσίες, ενώ το κράτος εισπράττει ολοένα περισσότερους φόρους από την ακρίβεια.
Η οικονομία εκπέμπει σήμα κινδύνου
Όσο κι αν επιχειρεί η κυβέρνηση να παρουσιάσει μια εικόνα «ανθεκτικής οικονομίας», τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Οι τζίροι πέφτουν, η κατανάλωση στερεύει και η εμπορική δραστηριότητα συρρικνώνεται.
Η έρευνα του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών είναι αποκαλυπτική: το 41% των επιχειρήσεων δήλωσε μείωση τζίρου σε σχέση με το 2025. Και αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι οι τιμές έχουν εκτοξευθεί, κάτι που θεωρητικά θα έπρεπε να “φουσκώνει” τον κύκλο εργασιών.
Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η αγορά αδειάζει, οι πολίτες περιορίζουν ακόμη και βασικές ανάγκες και η Ελλάδα καταγράφει πλέον τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το εμπορικό έλλειμμα προαναγγέλλει καταιγίδα
Το πιο ανησυχητικό “καμπανάκι” έρχεται από το εμπορικό ισοζύγιο, εκεί όπου αποτυπώνεται η πραγματική κατάσταση της οικονομίας. Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τον Φεβρουάριο του 2026 καταγράφουν νέα εκτόξευση του ελλείμματος κατά 14,3%, στα 2,79 δισ. ευρώ από 2,44 δισ. έναν χρόνο πριν.
Οι εισαγωγές αυξήθηκαν στα 6,71 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές υποχώρησαν στα 3,91 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση 3,6%. Στο πρώτο δίμηνο του έτους το εμπορικό έλλειμμα άγγιξε τα 5,64 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 6,9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Και κάπου εκεί, πίσω από τα χειροκροτήματα για τις πρόωρες αποπληρωμές και τα κυβερνητικά πανηγύρια περί «οικονομικού θαύματος», κρύβεται η αληθινή εικόνα: μια οικονομία εύθραυστη, χωρίς παραγωγική βάση, με κοινωνία εξαντλημένη και αγορά που βυθίζεται αργά αλλά σταθερά.
