Κάπου ανάμεσα σε νόμους που ψηφίζονται με τυμπανοκρουσίες και σε μηχανισμούς που λειτουργούν μόνο στα χαρτιά, ξεδιπλώνεται μια ιστορία που δεν είναι μεμονωμένη. Είναι μοτίβο. Και το μοτίβο λέει το εξής απλό: άλλος αριθμός δηλώνεται, άλλος διεκδικείται και, στο τέλος, άλλος πληρώνεται, αν ο δανειολήπτης προλάβει να το καταλάβει. Η υπόθεση είναι τόσο ωμή που δε χωράει ωραιοποιήσεις. Servicers και funds εμφανίζονται να απαιτούν ποσά που δεν αντέχουν σε στοιχειώδη διασταύρωση. «Χρωστάς 150.000 ευρώ», λένε. Κι όμως, όταν ανοίξουν τα χαρτιά όχι τα δικά τους, αλλά εκείνα που έχουν ήδη καταθέσει αλλού, το ποσό πέφτει στις 75.000 ευρώ. Σαν να πρόκειται για παζάρι λαϊκής και όχι για χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η νομοθέτηση ως άλλοθι
Το κράτος, από την πλευρά του, συνεχίζει να νομοθετεί με ρυθμούς πολυβόλου. Νόμοι έρχονται, ψηφίζονται και... εξαφανίζονται. Η πολιτική αφήγηση μιλά για «προστασία των δανειοληπτών», αλλά η πραγματικότητα δείχνει κάτι άλλο: έλλειψη ελέγχου και απουσία εφαρμογής. Ακόμη και σε ζητήματα που έχουν ήδη ρυθμιστεί, όπως τα πανωτόκια με τον Νόμο 4261/2014 (ΦΕΚ 107/5.5.2014), η δημόσια συζήτηση επανεκκινεί σαν να πρόκειται για νέα ανακάλυψη. Εξαγγελίες ξανά και ξανά, ενώ το νομικό οπλοστάσιο σκονίζεται. Το άρθρο 150 έχει ήδη δώσει απαντήσεις, αλλά φαίνεται πως κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να το ανοίξει. Και μετά ήρθε ο Νόμος 4972/2022 (ΦΕΚ Α’ 181/23.09.2022), που υποτίθεται ότι ενίσχυσε τη θέση των δανειοληπτών. Θεωρητικά. Γιατί στην πράξη, η εφαρμογή του παραμένει ζητούμενο.
Το Μητρώο που λέει την αλήθεια, αλλά ποιος το ακούει;
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκεται το Κέντρο Μητρώο Πιστώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. Ένα εργαλείο που, αν λειτουργήσει όπως πρέπει, μπορεί να “τινάξει στον αέρα” κάθε αυθαιρεσία. Εκεί καταγράφονται οι οφειλές. Εκεί αποτυπώνεται τι πραγματικά χρωστάει κάποιος, όχι τι “βολεύει” να φαίνεται. Ο δανειολήπτης έχει πρόσβαση μέσω Taxis. Μπορεί να δει, να ελέγξει, να αμφισβητήσει. Μπορεί να ζητήσει διόρθωση στοιχείων, να καταθέσει αίτηση, να φέρει τα πάνω κάτω. Στα χαρτιά, όλα μοιάζουν να λειτουργούν.
Στην πράξη όμως; Η χρήση του μηχανισμού μοιάζει περισσότερο με εξαίρεση παρά με κανόνα.
Η στιγμή της αποκάλυψης
Και κάπου εκεί έρχεται η περίπτωση που ξεγυμνώνει το σύστημα. Δανειολήπτης προσφεύγει στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό. Όχι γιατί πιστεύει ότι θα σωθεί, αλλά γιατί δεν έχει άλλη επιλογή. Η διαδικασία τραβάει μήνες και το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο. Μέχρι που ανοίγει το Μητρώο. Και τότε προκύπτει το εξής παράδοξο: ο ίδιος servicer που δηλώνει ένα ποσό στην Τράπεζα της Ελλάδος, εμφανίζει διπλάσιο στον εξωδικαστικό. Δύο πραγματικότητες για το ίδιο χρέος. Δύο “αλήθειες”, ανάλογα με το ακροατήριο. Η διαφορά δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι δομική στρέβλωση. Η υπόθεση η συγκεκριμένη, που είναι όμως ένα εξόχως αποκαλυπτικό παράδειγμα, γυρίζει όταν παρεμβαίνει νομικός. Τα στοιχεία του Μητρώου μπαίνουν στο τραπέζι. Ο servicer υποχωρεί. Το ποσό διορθώνεται. Η “φούσκα” ξεφουσκώνει.
Και μετά; Σιωπή
Το ερώτημα δεν είναι τι έγινε σε αυτήν την περίπτωση. Το ερώτημα είναι πόσες ακόμη δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ.
Γιατί την ίδια στιγμή, το υπουργείο Ανάπτυξης δείχνει αλλού. Οι έλεγχοι απουσιάζουν. Οι μηχανισμοί λειτουργούν επιλεκτικά. Και οι δανειολήπτες αφήνονται να παλέψουν μόνοι τους, με μοναδικό “όπλο” την επιμονή ή την τύχη. Τα στοιχεία υπάρχουν. Οι αποκλίσεις είναι καταγεγραμμένες. Οι αρμόδιοι γνωρίζουν. Αλλά αντί για παρεμβάσεις, έχουμε ανακοινώσεις. Και έτσι, το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί με δύο ταχύτητες: μία για τα χαρτιά και μία για την πραγματικότητα. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι ποιος έχει συμφέρον να μη λυθεί.
