Funds και servicers διαμορφώνουν τους όρους, με το κράτος σε ρόλο παρατηρητή στην κυριολεξία. Με τη σιωπηρή ανοχή της κυβέρνησης, γιατί άγνοια δε νοείται, τα επενδυτικά κεφάλαια (funds) και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον όπου οι ρυθμίσεις οφειλών λειτουργούν επιλεκτικά. Αιτήματα που δεν εξυπηρετούν τα επιχειρηματικά τους σχέδια αγνοούνται συστηματικά, ενώ την ίδια στιγμή οι διαδικασίες πλειστηριασμών και κατασχέσεων επιταχύνονται χωρίς ουσιαστικά εμπόδια.
Η επίσημη εικόνα που προβάλλεται περί επιτυχίας του εξωδικαστικού μηχανισμού απέχει αισθητά από την πραγματικότητα. Παρά τον μεγάλο αριθμό αιτήσεων, μόλις ένα στα οκτώ ευρώ του συνολικού ιδιωτικού χρέους έχει τελικά ενταχθεί σε ρύθμιση. Το στοιχείο αυτό από μόνο του αποκαλύπτει ότι ο μηχανισμός δε λειτουργεί ως καθολικό εργαλείο ανακούφισης, αλλά ως περιορισμένης εμβέλειας διαδικασία.
Η καθημερινότητα των οφειλετών: ανάμεσα σε αδιέξοδα και απειλές
Χιλιάδες πολίτες βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο χρεών προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Για πολλούς εξ αυτών, η μοναδική θεωρητικά διαθέσιμη διέξοδος είναι ο εξωδικαστικός μηχανισμός. Στην πράξη όμως, αυτή η διέξοδος αποδεικνύεται συχνά προσχηματική.
Οι οφειλέτες υποβάλλουν αιτήσεις, καταθέτουν πλήρη οικονομικά στοιχεία και αναμένουν απάντηση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν έρχεται ποτέ. Funds και servicers αντιμετωπίζουν τη διαδικασία ως προαιρετική, παραβλέποντας ακόμη και τη θεσμική υποχρέωση ανταπόκρισης. Έτσι, οι πολίτες οδηγούνται εκ νέου στο σημείο μηδέν, με την απειλή της απώλειας περιουσιακών στοιχείων να γίνεται ολοένα και πιο άμεση.
Το θεσμικό πλαίσιο: Διορθώσεις χωρίς αποτέλεσμα
Παρά τις αλλεπάλληλες παρεμβάσεις και τροποποιήσεις, το νομικό πλαίσιο εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες. Οι “βελτιώσεις” που ανακοινώνονται δεν καταφέρνουν να επιβάλουν ουσιαστικές υποχρεώσεις στους πιστωτές. Αντίθετα, αφήνουν περιθώρια ερμηνειών και πρακτικών που ευνοούν τη μη συμμόρφωση. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι από την έναρξη λειτουργίας του μηχανισμού το 2021 έως σήμερα έχουν ολοκληρωθεί λίγο πάνω από 58.000 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε περίπου 18 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια στιγμή, το συνολικό ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος υπερβαίνει τα 114 δισεκατομμύρια ευρώ. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο μεγέθη είναι αποκαλυπτική. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες ρυθμίσεις αφορούν μεγάλα χρέη, αφήνοντας εκτός τους μικροοφειλέτες. Πρόκειται για ανθρώπους που επλήγησαν κυρίως κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η στρατηγική των funds και των servicers
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη στάση των πιστωτών. Funds και servicers, που διαχειρίζονται δάνεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, επιλέγουν συστηματικά να απορρίπτουν ή να αγνοούν αιτήματα ρύθμισης. Ακόμη και όταν υποχρεώνονται να απαντήσουν, επικαλούνται λόγους όπως η «αδυναμία αποπληρωμής» του οφειλέτη. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, σημαντικό ποσοστό αιτήσεων απορρίπτεται με αυτή την αιτιολογία, ενώ ένα επιπλέον μεγάλο ποσοστό απορρίπτεται χωρίς σαφή εξήγηση, με γενικές αναφορές σε «άλλους λόγους». Η έλλειψη διαφάνειας δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και καχυποψίας.
Παράλληλα, καταγράφονται πρακτικές που προκαλούν εύλογα ερωτήματα. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα περιουσιακά στοιχεία των οφειλετών αποτιμώνται σε υψηλές αξίες κατά την εξέταση της αίτησης, οδηγώντας σε υπέρογκες προτάσεις δόσεων. Όταν όμως το ίδιο ακίνητο οδηγείται σε πλειστηριασμό, η αξία του εμφανίζεται σημαντικά μειωμένη.
Το “μυστήριο” των “κουρεμάτων”
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ του μηχανισμού είναι η δυνατότητα διαγραφής μέρους της οφειλής. Στην πράξη όμως, τα λεγόμενα “κουρέματα” δεν ακολουθούν σαφείς κανόνες. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο που να διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο ελάφρυνσης για τους οφειλέτες. Ο αλγόριθμος που χρησιμοποιείται λαμβάνει υπόψη εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία, χωρίς όμως να παρέχει προβλεψιμότητα.
Έτσι, οι πολίτες καλούνται να αποδεχτούν ρυθμίσεις χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν αυτές είναι βιώσιμες. Ακόμη και σε περιπτώσεις κρατικών φορέων, η εικόνα δε διαφέρει. Υπάρχουν καταγγελίες για ελάχιστες διαγραφές οφειλών, παρά τη δραματική αύξηση των ποσών λόγω προσαυξήσεων.
Οι “κρυφοί κόφτες” και οι αποκλεισμοί
Το πλαίσιο περιλαμβάνει και λιγότερο ορατούς περιορισμούς, οι οποίοι οδηγούν σε απορρίψεις αιτήσεων. Δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί σε παλαιότερο χρόνο, όπως κατοχή οχήματος που θεωρείται πολυτελές ή έξοδα εκπαίδευσης, μπορούν να λειτουργήσουν ως λόγος αποκλεισμού.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: πολίτες που έχουν πλέον χάσει εισοδήματα και περιουσία να αποκλείονται από τη ρύθμιση λόγω στοιχείων που δεν αντανακλούν τη σημερινή τους κατάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, καλούνται ακόμη και να εκποιήσουν περιουσιακά στοιχεία για να καταστούν επιλέξιμοι, γεγονός που επιδεινώνει περαιτέρω τη θέση τους.
Ένα σύστημα που δεν αποδίδει
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός μηχανισμού που λειτουργεί περισσότερο ως διαδικαστικό φίλτρο παρά ως ουσιαστικό εργαλείο επίλυσης. Οι οφειλέτες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε μη βιώσιμες ρυθμίσεις ή στην απειλή αναγκαστικών μέτρων. Η απουσία δεσμευτικότητας για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα funds και τους servicers υπονομεύει τη λειτουργία του συστήματος. Χωρίς σαφείς κανόνες και ουσιαστικό έλεγχο, η ανισορροπία ισχύος παραμένει έντονη.
Ποιος κρατά το “τιμόνι”;
Στο παρασκήνιο, η εικόνα είναι πιο καθαρή απ’ ό,τι παρουσιάζεται δημόσια. Funds και servicers κινούνται με απόλυτο κυνικό ρεαλισμό αγοράς, αξιοποιώντας κάθε θεσμικό κενό. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιμένει σε μια αφήγηση επιτυχίας που δύσκολα πείθει όσους βιώνουν την καθημερινότητα των ρυθμίσεων.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο διαχείρισης εντυπώσεων παρά ως λύση. Και όσο οι αριθμοί παρουσιάζονται αποσπασματικά, η πραγματική οικονομία συνεχίζει να πιέζεται.
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: ποιος τελικά καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού;
