Το γαλάζιο “όχι”, που ίσως δεν ειπωθεί ποτέ, αλλά διαρρέεται έτσι για να υπάρχει ή αν διαψευστεί στην πράξη να παράξει τάχα μου και δήθεν και αποτέλεσμα ισχυροποίησης και ενότητας.
Ξαφνικά, μας λένε, εμφανίζονται “αντάρτες” στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της πλειοψηφίας στη Βουλή. Βουλευτές που σκέφτονται - υποτίθεται - να διαφοροποιηθούν από την επίσημη γραμμή ενόψει της κρίσιμης ψηφοφορίας για την άρση ασυλίας 11+2 συναδέλφων τους. Αλήθεια τώρα;
Ας το πάρουμε από την αρχή: τι σημαίνει “αντάρτης” στην πολιτική; Είναι εκείνος που σηκώνει κεφάλι, που σπάει τη γραμμή, που ρισκάρει θέση και μέλλον για μια αρχή. Όχι απλώς κάποιος που γκρινιάζει στο πηγαδάκι και στο τέλος πατάει «ναι» με μισόκλειστα μάτια.
Γιατί εδώ δε μιλάμε για ελεύθερους σκοπευτές της συνείδησης, αλλά για στελέχη ενός άκρως πειθαρχημένου μηχανισμού. Βουλευτές που έχουν μάθει να λειτουργούν με όρους κομματικής συνοχής, να περιμένουν το νεύμα και να ευθυγραμμίζονται. Όχι από ιδεολογική έξαρση, αλλά από πολιτικό ένστικτο επιβίωσης. Πόσο πιθανό είναι, λοιπόν, να δούμε πραγματική ρήξη; Να υπάρξει ουσιαστική διαφοροποίηση σε μια τόσο ευαίσθητη διαδικασία; Δηλαδή, εκείνοι που επί χρόνια κινούνται με ακρίβεια εντός γραμμής και σε καθοριστικά θέματα για την κοινωνία, όπως τα μνημόνια, να επιλέξουν τώρα να τη διαρρήξουν και μάλιστα δημόσια;
Ακόμη κι αν κάποιοι εκφράζουν ενστάσεις ή δεύτερες σκέψεις, άλλο αυτό κι άλλο η καταψήφιση. Στην πράξη, η απόσταση ανάμεσα στο “διαφωνώ” και στο “καταψηφίζω” είναι τεράστια και συχνά αγεφύρωτη. Η πολιτική ιστορία έχει δείξει ότι οι πραγματικές “ανταρσίες” δεν προαναγγέλλονται με διαρροές.
Εκδηλώνονται αιφνιδιαστικά και αφήνουν αποτύπωμα. Όταν, αντίθετα, η συζήτηση ξεκινά και τελειώνει σε δημοσιογραφικά σενάρια, συνήθως πρόκειται για ελεγχόμενη εκτόνωση, όχι για ρήξη. Κι έτσι, το ερώτημα παραμένει: έχουμε μπροστά μας μια αυθεντική δοκιμασία κομματικής συνοχής ή απλώς έναν ακόμη κύκλο “εσωτερικής έντασης”, που θα λυθεί την ώρα της κάλπης με απόλυτη πειθαρχία; Αν τελικά υπάρξουν “αντάρτες”, θα φανεί στο αποτέλεσμα. Μέχρι τότε, η λέξη μοιάζει περισσότερο με τίτλο παρά με πραγματικότητα.
