Κάπου ανάμεσα σε “διπλωματικές ισορροπίες” και βολικές σιωπές, ήρθε μια νέα απόφαση από την Ιταλία να θυμίσει τα αυτονόητα. Η υπ’ αριθ. 8785 του ανώτατου δικαστηρίου δεν είναι απλώς μια νομική εξέλιξη, όπως προχθές μας αποκάλυψε η νομικός Χριστίνα Σταμούλη με άρθρο της στο neakriti.gr, κόρη του αείμνηστου νομικού και νομάρχη Βοιωτίας Γιάννη Σταμούλη που ήταν ο άνθρωπος που διεθνοποίησε μέσω Διστόμου το θέμα των Γερμανικών Επανορθώσεων, η Χριστίνα Σταμούλη το αρχείο του διαχειρίζεται, είναι ένα ηχηρό ράπισμα σε όσους εδώ και δεκαετίες κάνουν πως δεν ακούν. Το Δίστομο δεν ξεχάστηκε, απλώς κάποιοι φρόντισαν να το βάλουν στο συρτάρι, διαχρονικά πολιτικοί, κυβερνήσεις και πρωθυπουργοί.
Οι απόγονοι των 218 σφαγιασθέντων δεν περίμεναν σωτήρες. Δεν έμειναν στις επετείους και τα στεφάνια. Πήραν τον δρόμο της διεκδίκησης και έφτασαν εκεί που το ελληνικό κράτος ούτε τόλμησε ούτε θέλησε να πάει. Και κάπως έτσι, απλοί πολίτες απέδειξαν ότι η μνήμη δεν είναι δημόσια σχέση, αλλά υπόθεση ευθύνης.
Για να θυμόμαστε: το 1997 η ελληνική Δικαιοσύνη επιδίκασε αποζημιώσεις. Το 2000 ο Άρειος Πάγος τις επικύρωσε. Και μετά; Σιωπή. Υπογραφές που δεν μπήκαν ποτέ, αποφάσεις που έμειναν στα χαρτιά, ένα κράτος που έκανε τον… παρατηρητή στην ίδια του την ιστορία. Όταν έπρεπε να σταθεί δίπλα στους πολίτες του, προτίμησε να κοιτάξει αλλού.
Κι όμως, το Δίστομο δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας μιας μεγάλης εκκρεμότητας που λέγεται γερμανικές οφειλές. Κατοχικό δάνειο, επανορθώσεις, κατεστραμμένες ζωές και χωριά, ένας λογαριασμός που κάποιοι επιμένουν να παρουσιάζουν ως “παρελθόν”. Είναι υπόδειγμα για τα δεκάδες μαρτυρικά και ματωμένα χωριά της Κρήτης και όλης της Ελλάδας. Μόνο που η ιστορία δεν κλείνει με πολιτικές ευκολίες ούτε με χαμηλούς τόνους.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Πόσο ακόμη θα κάνει το κράτος τον ανήξερο; Πόσο ακόμη θα αφήνει πολίτες να δίνουν μόνοι τους μάχες που κανονικά θα έπρεπε να είναι εθνική υπόθεση;
Η ιταλική απόφαση έδειξε ότι η ατιμωρησία δεν είναι αιώνια. Το θέμα είναι αν εδώ θα συνεχίσουμε να τη βολευόμαστε ή αν, έστω και καθυστερημένα, θα αποφασίσουμε να τη διακόψουμε.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν είναι θέμα χρημάτων. Είναι θέμα αξιοπρέπειας. Και αυτή, όσο κι αν κάποιοι το ξεχνούν, δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση.
