«Φρικιαστικές οι σφαγές στη Βηρυτό», είπε ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Στην ίδια πραγματικότητα, ο Έλληνας πρωθυπουργός επέλεξε έναν όρο που θυμίζει λογιστικό εξελάκι: «αντιπαραγωγική ενέργεια». Από την ελληνική γλώσσα του των τριών χιλιάδων ετών, αυτή την έκφραση επέλεξε, όχι για να αποδώσει το μέγεθος της τραγωδίας, αλλά για να τη στρογγυλέψει. Όμως οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες: η σφαγή παραμένει σφαγή, η γενοκτονία δε γίνεται «αστοχία», και το ολοκαύτωμα δεν μπαίνει σε ισολογισμούς αποδοτικότητας. Τα εγκλήματα πολέμου δεν αξιολογούνται με όρους αγοράς.
Η επιλογή αυτής της φρασεολογίας μόνο τυχαία δε μοιάζει. Περισσότερο θυμίζει προσπάθεια να μη δυσαρεστηθεί ο Ισραηλινός συνομιλητής του, που κατηγορείται διεθνώς για εγκλήματα πολέμου και γενοκτονικές πρακτικές. Ίσως, αν η αγωνία για τα τελεσίγραφα της Ουάσινγκτον δεν κρατούσε ξάγρυπνο το Μέγαρο Μαξίμου, να είχε βρεθεί μια λέξη λιγότερο βολική και πιο ανθρώπινη.
Την ίδια ώρα, το ισραηλινό λόμπι δείχνει να έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική δημόσια ζωή. Πολιτικοί και “στρατηγικοί αναλυτές” προωθούν εδώ και χρόνια την προσέγγιση με το Ισραήλ, επενδύοντας στο απλοϊκό δόγμα “ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος”. Μια λογική όχι μόνο ρηχή, αλλά και επικίνδυνα τυχοδιωκτική. Το παράδοξο; Κάποιοι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές αυτής της γραμμής ήταν παλαιότερα γνωστοί για αντισημιτικές απόψεις ή ακόμη και για άρνηση του Ολοκαυτώματος. Σήμερα, μεταμφιεσμένοι σε όψιμους “φιλοσημίτες”, βαφτίζουν “αντισημίτη” όποιον τολμά να ασκήσει κριτική στην πολιτική του Ισραήλ. Η έλξη προς το μιλιταριστικό μοντέλο του ισραηλινού κράτους είναι επίσης εμφανής. Ένα κράτος που διατηρεί υπουργείο “Εποικισμών” σε κατεχόμενα εδάφη, την ώρα που η Ελλάδα καταγγέλλει (και ορθώς) τους τουρκικούς εποικισμούς στη βόρεια Κύπρο ως παράνομους. Δύο μέτρα και δύο σταθμά, ανάλογα με τον “σύμμαχο”. Με αυτή τη στρατηγική, λίγη υποταγή στον ισχυρό της περιοχής, λίγος κατευνασμός προς τον παγκόσμιο παίκτη, η χώρα μοιάζει να έχει χάσει την παραδοσιακή της αξιοπιστία. Από μια Ελλάδα που διατηρούσε ισορροπίες και σχέσεις εμπιστοσύνης διεθνώς, βρεθήκαμε σε έναν ρόλο κομπάρσου, απόντες από κάθε σοβαρή διαμεσολαβητική προσπάθεια. Την ίδια στιγμή που η Τουρκία, υποτίθεται “απομονωμένη”, εμφανίζεται παντού ως διαμεσολαβητής.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που οι επιλογές αυτές αφήνουν αποτύπωμα. Από την αποστολή πυραύλων Patriot το 2021 στη Σαουδική Αραβία, εν μέσω κατηγοριών για εγκλήματα πολέμου στην Υεμένη, μέχρι τη διευκόλυνση νατοϊκών επιχειρήσεων στη Γιουγκοσλαβία το 1999, χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση. Προσθέστε τη συμμετοχή σε επεμβάσεις των ΗΠΑ και τη στήριξη ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα, και σχηματίζεται ένα μοτίβο: σταθερή ευθυγράμμιση, χωρίς πολλά ερωτήματα. Στο εσωτερικό, το σκάνδαλο των υποκλοπών ρίχνει τη δική του σκιά. Στο επίκεντρο η Intellexa, εταιρεία ισραηλινών συμφερόντων, ιδρυμένη από τον πρώην αξιωματικό πληροφοριών Ταλ Ντίλιαν, γνωστή για το λογισμικό Predator. Υπουργοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, ακόμη και ανώτατοι στρατιωτικοί βρέθηκαν υπό παρακολούθηση. Και όμως, η κυβερνητική αντίδραση παρέμεινε χλιαρή, αφήνοντας εύλογα ερωτήματα για το ποιος τελικά γνωρίζει τι.
Η διαδρομή οδηγεί αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που καθορίζουν την ισραηλινή πολιτική σκηνή. Το όνομα του Μπέντζαμιν Νετανιάχου συνδέθηκε ήδη από το 1995, μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν, με τοξικό πολιτικό κλίμα. Από τότε μέχρι σήμερα, με μικρά διαλείμματα, κυριαρχεί στην εξουσία, μετατοπίζοντας τη χώρα προς πιο ακραίες κατευθύνσεις. Δίπλα του, φιγούρες όπως ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, παλαιότερα ακραίος ακτιβιστής, σήμερα υπουργός Ασφάλειας, συμβολίζουν αυτή τη στροφή.
Από βίντεο νεότητας με απειλές κατά του Ράμπιν μέχρι την τρέχουσα υποστήριξη σε πολιτικές πλήρους προσάρτησης και εκτοπισμού, η συνέχεια είναι ανατριχιαστική.
Και ενώ όλα αυτά εκτυλίσσονται, ο ίδιος ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορίες διαφθοράς που τον ακολουθούν εδώ και δεκαετίες, με τη δικαστική διαδικασία να συνεχίζεται και το ενδεχόμενο βαριάς καταδίκης να παραμένει ανοιχτό, εκτός αν υπάρξει πολιτική παρέμβαση.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ελληνική στάση δεν είναι απλώς θέμα διπλωματίας. Είναι ζήτημα αρχών. Και όταν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τη φρίκη μοιάζουν βγαλμένες από εγχειρίδιο management, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά ηθικό.
