Δεν ήταν ρουσφέτια. Ήταν σύστημα, ας τελειώνουμε με τις λέξεις και το παιχνίδι των νοημάτων πίσω από αυτές. Δε βοηθούν πια. Αντιθέτως, κρύβουν. Γιατί, το να βαφτίζεις ένα σκάνδαλο “ρουσφέτι” είναι σαν να προσπαθείς να πείσεις ότι μια ληστεία ήταν απλώς μια παρεξήγηση.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, εφόσον επιβεβαιωθούν όσα περιγράφονται στις δικογραφίες, δεν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες “εξυπηρετήσεις”. Δεν έχουμε να κάνουμε με τον κλασικό πολιτευτή, που παίρνει ένα τηλέφωνο για να βοηθήσει έναν ψηφοφόρο να ξεμπλέξει με τη γραφειοκρατία.
Εδώ περιγράφεται κάτι άλλο. Πολύ πιο δομημένο. Πολύ πιο οργανωμένο. Πολύ πιο επικίνδυνο. Ένας μηχανισμός. Από πάνω μέχρι κάτω. Με ψευδείς δηλώσεις. Με πλασματικά στοιχεία. Με ανύπαρκτα κοπάδια, εκατομμυρίων αιγοπροβάτων - μόνο στη Κρήτη άγγιξαν τα 8 εκατομμύρια.
Με “κτηνοτρόφους” που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά. Και με κοινοτικό χρήμα που φέρεται να κατευθύνθηκε, όχι κατά λάθος, αλλά μεθοδικά, σε μη δικαιούχους. Αυτό δεν είναι ρουσφέτι. Είναι σκάνδαλο μεγατόνων.
Η γλώσσα ως καταφύγιο και ως άλλοθι
Όταν η πραγματικότητα γίνεται ασήκωτη, η εξουσία καταφεύγει στη γλώσσα. Τη λυγίζει. Τη μαλακώνει. Την προσαρμόζει. «Βοηθούσαμε πολίτες». «Δεν κάναμε κάτι παράνομο». «Θα ποινικοποιηθεί το ρουσφέτι;».
Είναι η γνωστή τεχνική της αποφόρτισης. Να κατεβάσεις τον πήχη της συζήτησης. Να φέρεις το βαριά παράνομο στο επίπεδο του καθημερινού. Να εξισώσεις το ασήμαντο με το σοβαρό. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοια παιχνίδια.
Γιατί όταν, σύμφωνα με τις καταγγελίες, κάποιος ζητά να “γίνει η δουλειά με το χέρι”, να παρακαμφθεί το σύστημα, να πληρωθεί κάποιος που δε δικαιούται, τότε η λέξη αλλάζει. Δεν είναι “ρουσφέτι”. Είναι παρέμβαση στη διαχείριση δημόσιου χρήματος. Και όταν αυτό το χρήμα είναι ευρωπαϊκό, όταν τα ποσά ανεβαίνουν σε εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ευρώ, τότε μιλάμε για πράξεις που βαραίνουν αλλιώς. Πολύ αλλιώς.
Η επικοινωνία ως δόγμα διακυβέρνησης
Για χρόνια, το κυβερνητικό μοντέλο στηρίχθηκε σε μια απλή αλλά αποτελεσματική αρχή: η εικόνα είναι η πραγματικότητα.
Δεν έχει σημασία τι κάνεις. Σημασία έχει τι δείχνεις.
Δεν έχει σημασία αν αντιφάσκεις. Σημασία έχει να πείθεις κάθε φορά. Δεν έχει σημασία η συνέπεια. Σημασία έχει η αποδοχή. Και έτσι οικοδομήθηκε μια πολιτική κουλτούρα διαρκούς προσαρμογής: Σήμερα με τη “woke” ατζέντα, αύριο απέναντί της. Σήμερα κατά των εξορύξεων, αύριο υπέρ τους.
Σήμερα κατά των υπερπλεονασμάτων, αύριο υπέρ τους.
Σήμερα κατά των καρτέλ, αύριο σιωπή για τα καρτέλ.
Όπου φυσάει ο άνεμος. Όπου δείχνουν οι μετρήσεις. Όπου εξυπηρετεί η συγκυρία. Αυτό το μοντέλο, όμως, είχε ένα θεμελιώδες ελάττωμα: δεν άντεχε σε συνθήκες κρίσης. Δεν άντεχε όταν η πραγματικότητα γινόταν πιο δυνατή από την εικόνα.
Η στιγμή που η εικόνα ράγισε
Και τώρα, αυτή η στιγμή ήρθε. Όχι με ένα γεγονός. Αλλά με συσσώρευση. Με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις καταγγελίες για μηχανισμό διασπάθισης πόρων.
Με τα Τέμπη και την οργή για τη διαχείριση και τα όργια συγκάλυψης. Με τις υποκλοπές και τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Κάθε υπόθεση από μόνη της θα μπορούσε να απορροφηθεί επικοινωνιακά. Να διαχειριστεί. Να “γυρίσει”. Όλες μαζί, όμως, δημιουργούν κάτι άλλο: μια συνολική εντύπωση. Και αυτή η εντύπωση είναι καταδικαστική.
Η εντύπωση που δεν ανατρέπεται εύκολα
Στην πολιτική, η εντύπωση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πυρήνας. Σήμερα έχει παγιωθεί μια αίσθηση: ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει πρόβλημα. Ότι πίσω από τις λέξεις υπάρχει σκιά. Μπορεί να είναι άδικο.
Μπορεί να είναι υπερβολικό. Μπορεί να καταρρεύσει στα δικαστήρια. Αλλά προς το παρόν, λειτουργεί. Και κάθε νέα αποκάλυψη, κάθε νέα αναφορά, κάθε νέα δικογραφία έρχεται να την ενισχύσει. Όχι να την αποδυναμώσει.
Ο μηχανισμός του ΟΠΕΚΕΠΕ: όταν το “σύστημα” γίνεται κυριολεξία
Αν επιβεβαιωθούν τα στοιχεία, τότε στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είχαμε απλώς «παρατυπίες». Είχαμε αρχιτεκτονική. Ένα πλέγμα λειτουργιών που επέτρεπε ή δεν απέτρεπε τη δημιουργία εικονικών δικαιούχων. Την καταγραφή ανύπαρκτων ζώων.
Την κατανομή επιδοτήσεων χωρίς πραγματική βάση.
Και το πιο κρίσιμο: αιτήματα προς τη διοίκηση να καλύψει, να διευκολύνει ή να “διορθώσει” αυτές τις καταστάσεις.
Όταν ένας πολιτικός ζητά «να μπει κάποιος στο σύστημα», όταν επιμένει σε καταβολές που δε δικαιολογούνται, όταν προτείνει παρακάμψεις, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική πίεση. Έχουμε εμπλοκή. Και όταν η διοίκηση αποδέχεται ή δεν αποτρέπει αυτές τις πιέσεις, τότε η ευθύνη πολλαπλασιάζεται.
Η άμυνα της απλοποίησης: «Έτσι γινόταν πάντα»
Η πιο επικίνδυνη γραμμή άμυνας είναι και η πιο απλή: «Έτσι γινόταν πάντα». Είναι η κανονικοποίηση της παθογένειας. Η μετατροπή του προβλήματος σε παράδοση. Η άρνηση της ευθύνης μέσω ιστορικής συνέχειας. Μόνο που εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: Άλλο η μικροεξυπηρέτηση, όσο προβληματική κι αν είναι, κι άλλο η συστηματική διαχείριση δημόσιου χρήματος με όρους παραποίησης.
Άλλο το «βοήθα τον άνθρωπο» και άλλο το «στήσε τον μηχανισμό». Η σύγχυση δεν είναι τυχαία. Είναι στρατηγική.
Ο συμψηφισμός ως πολιτικό σωσίβιο
Και όταν η σύγχυση δεν αρκεί, έρχεται ο συμψηφισμός. «Να δούμε και τι έκαναν οι άλλοι». «Να βγουν όλα στη φόρα». «Όλοι τα ίδια είναι». Αν υπάρχουν στοιχεία για οποιονδήποτε, να κατατεθούν. Να ερευνηθούν. Να κριθούν.
Αλλά ο συμψηφισμός δεν ακυρώνει την ευθύνη. Την απλώνει. Και κυρίως, δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: τι έγινε εδώ και τώρα. Μιλάμε για άσκηση εξουσίας, από την ίδια κυβερνητική πλειοψηφία, επί 7 συνεχώς χρόνια.
Ανικανότητα ή συνειδητή επιλογή;
Μπροστά σε αυτό το τοπίο, η διάκριση γίνεται αναπόφευκτη. Είχαμε μια κυβέρνηση που δεν κατάλαβε τι συνέβαινε; Ή μια κυβέρνηση που γνώριζε και επέλεξε να μην παρέμβει στην καλύτερη, να διαπλεχθεί και ψηφοθηρικά και με άλλους τρόπους στη χειρότερη; Στην πρώτη περίπτωση, μιλάμε για επικίνδυνη ανικανότητα. Στη δεύτερη, για ακόμη πιο επικίνδυνη ανοχή ή εκκόλαψη. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: απώλεια ελέγχου. Όχι μόνο της κατάστασης. Αλλά και της αξιοπιστίας.
Η κατάρρευση της “επικοινωνιακής υπεροχής”
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η κρίση αυτή πλήττει την κυβέρνηση στο πεδίο όπου θεωρούσε ότι υπερτερεί: την επικοινωνία. Γιατί η επικοινωνία λειτουργεί όσο υπάρχει απόσταση από την πραγματικότητα. Όσο μπορείς να τη «διαμορφώσεις». Όταν όμως η πραγματικότητα γίνεται συντριπτική, η επικοινωνία παύει να είναι εργαλείο. Γίνεται καθρέφτης. Και ο καθρέφτης, αυτή τη φορά, δεν κολακεύει.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Στο τέλος, η συζήτηση επιστρέφει στο αυτονόητο που επιχειρήθηκε να χαθεί μέσα στις λέξεις: Δεν είναι όλα ίδια.
Δεν είναι όλα «ρουσφέτια». Δεν είναι όλα ανεκτά.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μικρό και στο μεγάλο. Στο επιλήψιμο και στο παράνομο. Στο λάθος και στο σκάνδαλο.
Και αυτή η διαφορά είναι που σήμερα κρίνει τα πάντα.
Το ερώτημα που μένει
Η κοινωνία μπορεί να συγχωρήσει πολλά. Καθυστερήσεις. Λάθη. Αστοχίες. Δυσκολεύεται όμως να συγχωρήσει δύο πράγματα: την αλαζονεία και την αίσθηση ότι κάποιοι παίζουν με κανόνες διαφορετικούς από τους υπόλοιπους. Και σήμερα, αυτό είναι το διακύβευμα. Όχι αν υπήρξαν ρουσφέτια.
Αλλά αν στήθηκε ένας μηχανισμός που διαχειρίστηκε το δημόσιο χρήμα σαν να ήταν ιδιωτικό εργαλείο εξυπηρέτησης.
Αν η απάντηση είναι ναι, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι θεσμικό. Είναι βαθύ. Και δε διορθώνεται με καμία επικοινωνιακή καμπάνια. Γιατί, στο τέλος, η πραγματικότητα έχει έναν τρόπο να επιστρέφει. Και αυτή τη φορά, επέστρεψε με θόρυβο.
