Χρέος, χρεωμένος, δάνειο, δανειολήπτης
Φωτ. pexels.com

Δικαιοσύνη για λίγους ή για όλους; 

Παραπολιτικά
Δικαιοσύνη για λίγους ή για όλους; 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου αναδεικνύει τις ανισότητες στην αντιμετώπιση των δανειοληπτών, φέρνοντας στο προσκήνιο την ανάγκη για ενιαίο, δίκαιο και διαφανή υπολογισμό οφειλών και θέτει ερωτήματα για την ισότητα μεταξύ πολιτών και κομμάτων με υπέρογκα δάνεια

Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία βρίσκεται ακόμη υπό καθαρογραφή, επαναφέρει με ένταση το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού των απαιτήσεων στα δάνεια των υπαγόμενων στον νόμο Κατσέλη. Με τη νέα αυτή ερμηνεία αποκλείεται ο ανατοκισμός ποσών που δεν είναι άμεσα απαιτητά, ενώ ο τόκος υπολογίζεται αποκλειστικά επί της μηνιαίας δόσης του δανείου. 

Πρόκειται για μια κρίσιμη νομολογιακή εξέλιξη που δεν έχει μόνο τεχνική σημασία. Ανοίγει ένα βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα: ποιοι τελικά προστατεύονται στο ζήτημα του ιδιωτικού χρέους και ποιοι αφήνονται εκτεθειμένοι. 

Οι προστατευμένοι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη 

Οι δανειολήπτες που υπήχθησαν στον νόμο Κατσέλη κρίθηκαν δικαστικά ως οικονομικά ευάλωτοι και εντάχθηκαν στον μηχανισμό δικαστικής ρύθμισης οφειλών. Στο πλαίσιο αυτό, εξασφάλισαν ουσιαστικές ελαφρύνσεις: “κούρεμα” οφειλών που συχνά ξεπερνά το 40%, προστασία της κύριας κατοικίας από μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, και πλέον, με τη νέα απόφαση, πλήρη απαγόρευση του ανατοκισμού.

Με απλά λόγια, οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες οδηγούνται στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους με όρους που σε πολλές περιπτώσεις προσεγγίζουν μια σχεδόν άτοκη εξόφληση. 

Η μεγάλη πλειοψηφία που έμεινε εκτός προστασίας 

Το πρόβλημα όμως αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία των δανειοληπτών με μη εξυπηρετούμενα δάνεια. 

Χιλιάδες πολίτες, που βρέθηκαν στην ίδια ή και χειρότερη οικονομική κατάσταση, δεν εντάχθηκαν ποτέ στον νόμο Κατσέλη και παραμένουν μέχρι σήμερα εκτεθειμένοι στις πρακτικές των τραπεζών, των funds και των servicers. Πολλοί επιχείρησαν να ρυθμίσουν τα δάνειά τους μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. 

Άλλοι δεν κατάφεραν καν να φτάσουν σε συμφωνία, επειδή οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τον υπέρμετρο ανατοκισμό καθιστούν τις προτεινόμενες ρυθμίσεις οικονομικά αδύνατες.

Η πραγματικότητα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας συνεχίζει να ζει μέσα στην ίδια οικονομική κρίση που υποτίθεται ότι έχει τελειώσει. 

Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα 

Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά και δεν επιτρέπουν ωραιοποιήσεις. 

Για το 2025 οι επιτυχείς ρυθμίσεις μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν ξεπερνούν το 37,5% των αιτήσεων. Ακόμη πιο αποκαρδιωτική είναι η συμβολή των servicers στη μείωση των “κόκκινων” δανείων: οι ρυθμίσεις τους αντιστοιχούν μόλις στο 9,8% του συνόλου.

Την ίδια στιγμή, τα επενδυτικά funds αγόρασαν τα δάνεια αυτά από τις τράπεζες, πληρώνοντας μόλις το 3% έως 10% της αξίας τους. Παρά ταύτα, διεκδικούν την είσπραξη του 100% της οφειλής μαζί με όλους τους συσσωρευμένους τόκους. Με τον διαρκή ανατοκισμό, πολλές οφειλές φτάνουν να είναι τριπλάσιες ή και τετραπλάσιες της αρχικής. 

Η “βιομηχανία” του ανατοκισμού 

Είναι πλέον ευρέως γνωστό ότι η επίλυση του ιδιωτικού χρέους υπονομεύεται από τις πρακτικές υπερβολικού ανατοκισμού. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων συχνά καθυστερούν ή αποτρέπουν ουσιαστικές λύσεις, ενώ παράλληλα λειτουργούν με γνώμονα την εξυπηρέτηση των ομολόγων senior και τις προμήθειες του Δημοσίου. Παρά την επίσημη ρητορική περί μείωσης των “κόκκινων” δανείων, στην πράξη έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα που συντηρεί και αναπαράγει το πρόβλημα. 

Όταν το δάνειο πολλαπλασιάζεται 

Τα πραγματικά παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά: 

Δάνειο 10.000 ευρώ εμφανίζεται σε ρύθμιση ως οφειλή 44.000 ευρώ.

Δάνειο 20.000 ευρώ με κεφαλαιοποιημένους τόκους μετατρέπεται σε 39.000 ευρώ. 

Σε άλλες περιπτώσεις προτείνονται ρυθμίσεις ακόμη και για 75.000 ευρώ. 

Και σε όλα αυτά προστίθεται επιπλέον το κόστος τόκων για 15 χρόνια. Με τέτοιους όρους, η ρύθμιση δεν αποτελεί λύση αλλά παγίδα υπερχρέωσης.

Η πολιτική σιωπή 

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ίσως η πολιτική στάση απέναντι στο ζήτημα.

Με το πρόσχημα της «σταθερότητας της οικονομίας», μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος αποφεύγει να αγγίξει το πρόβλημα. Στην πράξη όμως αυτό σημαίνει ότι η οικονομική κρίση μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στους ώμους των δανειοληπτών. Η εθνική οικονομία παρουσιάζεται έτσι ως μηχανισμός προστασίας των funds και όχι των πολιτών. 

Ποιος πληρώνει τελικά την κρίση 

Κατά την τελευταία δεκαπενταετία, το βάρος της κρίσης μεταφέρθηκε συστηματικά στους δανειολήπτες. 

Πολλοί από αυτούς έχουν χάσει έως και το μισό της αγοραστικής τους δύναμης, ενώ αρκετοί βρίσκονται πλέον στη συνταξιοδότηση. Την ίδια στιγμή, το Δημόσιο εμφανίζεται συχνά να λειτουργεί περισσότερο ως εγγυητής των πιστωτών παρά ως προστάτης των πολιτών. Ωστόσο, το ζήτημα των δανείων δεν είναι απλώς ιδιωτική διαφορά μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή. Αφορά την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ισορροπία της χώρας.

Η αρχή της ισότητας 

Το βασικό ερώτημα είναι απλό αλλά θεμελιώδες: Μπορούν διαφορετικές κατηγορίες δανειοληπτών να αντιμετωπίζονται με εντελώς διαφορετικούς όρους; Δεν είναι λογικό κάποιοι να αποπληρώνουν σχεδόν άτοκα τα δάνειά τους, ενώ άλλοι να καλούνται να επιστρέψουν τριπλάσια ή τετραπλάσια ποσά. 

Η αρχή της ισότητας επιβάλλει ενιαίο και δίκαιο υπολογισμό των τόκων. 

Μια λύση που πρέπει να αφορά όλους 

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια ευρύτερη θεσμική παρέμβαση. Η ερμηνεία για τον ανατοκισμό δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη. Θα πρέπει να εφαρμοστεί: στα ήδη ρυθμισμένα δάνεια, στα δάνεια που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, αλλά και σε εκείνα που δεν έχουν ακόμη ρυθμιστεί λόγω υπερβολικής τοκοφορίας. Μόνο έτσι μπορεί να μπει τέλος σε μια βιομηχανία είσπραξης “κόκκινων” δανείων και απώλειας κατοικιών. 

Δικαιοσύνη για όλους ή για κανέναν. Οι δανειολήπτες πράγματι έχουν υποχρεώσεις. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν οφείλουν, αλλά πόσα πραγματικά οφείλουν. Η απάντηση δεν μπορεί να βασίζεται σε αυθαίρετες διακρίσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών πολιτών. Η προστασία της κατοικίας και η αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας θα πρέπει να αποτελούν δικαίωμα για όλους. Γιατί, όταν η Δικαιοσύνη εφαρμόζεται επιλεκτικά, δεν είναι Δικαιοσύνη. Είναι απλώς ένα ακόμη προνόμιο για λίγους. 

Το προφανές ερώτημα: τι ισχύει για τα κόμματα με τα υπέρογκα δάνεια; 

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση για την ισότητα των δανειοληπτών προκύπτει ένα εύλογο αλλά εξαιρετικά άβολο ερώτημα για το πολιτικό σύστημα. Πώς είναι δυνατόν χιλιάδες πολίτες να απειλούνται με πλειστηριασμούς, να οδηγούνται σε εξωδικαστικούς μηχανισμούς με δυσβάσταχτους όρους ή να υφίστανται τις πιέσεις των servicers, την ίδια στιγμή που τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, παραμένουν υπερχρεωμένα επί χρόνια, χωρίς να υπάγονται σε καθεστώς ανάλογης οικονομικής πειθαρχίας; Τα κομματικά αυτά δάνεια, που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, δεν έχουν μεταφερθεί σε servicers, δεν υπάγονται σε διαδικασίες εξωδικαστικής ρύθμισης και δεν αντιμετωπίζονται με τους αυστηρούς όρους που επιβάλλονται στους πολίτες. 

Κανείς δεν έχει ζητήσει την άμεση εξόφλησή τους. Κανείς δεν έχει “παγώσει” τη λειτουργία τους μέχρι να αποπληρωθούν οι υποχρεώσεις τους. Κανείς δεν έχει απειλήσει με “οικονομικό λουκέτο” τη λειτουργία τους λόγω υπερχρέωσης. Αντίθετα, συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά, να χρηματοδοτούνται, να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή και να αποφασίζουν για τους κανόνες που διέπουν την οικονομία. 

Την ίδια στιγμή, δίπλα τους, χιλιάδες οικογένειες χάνουν την κατοικία τους, μικρομεσαίοι χάνουν την περιουσία τους και δανειολήπτες καλούνται να αποπληρώσουν ποσά πολλαπλάσια των αρχικών τους οφειλών. Η αντίφαση είναι προφανής και δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Διότι, αν η οικονομική πειθαρχία είναι αναγκαία για την προστασία του τραπεζικού συστήματος, τότε θα πρέπει να ισχύει για όλους. 

Αντίθετα, αν υπάρχουν περιπτώσεις όπου η οικονομική επιβίωση επιβάλλει ρυθμίσεις, επιμηκύνσεις και ευνοϊκές λύσεις, τότε αυτές δεν μπορούν να αποτελούν προνόμιο μόνο του πολιτικού συστήματος.

Η ισότητα απέναντι στις οικονομικές υποχρεώσεις δεν είναι απλώς νομική αρχή.

Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής αξιοπιστίας. Και όταν ένα πολιτικό σύστημα εμφανίζεται να επιβάλλει αυστηρούς κανόνες στους πολίτες ενώ εξαιρεί τον εαυτό του από αυτούς, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο οικονομικό. Γίνεται βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Διότι, όταν οι κανόνες είναι αυστηροί για την κοινωνία αλλά ελαστικοί για το πολιτικό σύστημα, η κρίση παύει να είναι μόνο οικονομική. Μετατρέπεται σε κρίση δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη κρίση απ’ όλες. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News