Εδώ σε αυτή τη χώρα, είναι η αυθεντική μεγάλη σχολή της ακρίβειας: όταν πάντα φταίει... κάποιος άλλος.
Αν υπήρχε διεθνές βραβείο για τη δημιουργική διαχείριση της ακρίβειας, το ελληνικό κράτος θα είχε ήδη γεμίσει τη βιτρίνα του με μετάλλια. Διότι εδώ έχουμε τελειοποιήσει μια μοναδική τεχνική: οι τιμές ανεβαίνουν, κάποιοι βγάζουν “χρυσάφι” και στο τέλος η ευθύνη εξατμίζεται κάπου ανάμεσα σε διεθνείς κρίσεις, γεωπολιτικές αναταράξεις και... απρόσωπες αγορές.
Το βασικό όμως χαρακτηριστικό αυτής της εθνικής πατέντας είναι ένα: ποτέ, μα ποτέ, δεν ευθύνεται η εκάστοτε κυβέρνηση. Ειδικά στη σημερινή περίοδο του “επιτελικού κράτους” του Κυριάκου Μητσοτάκη - του άχαστου της εξπρές μεταρρύθμισης - η ευθύνη ταξιδεύει πάντα μακριά από την Αθήνα.
Η ιστορία ξεκίνησε σχεδόν από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης. Και από τότε επαναλαμβάνεται σαν τηλεοπτική σειρά με συνεχείς σεζόν και το ίδιο σενάριο.
Η πανδημία που χτύπησε κυρίως... τα ράφια
Πρώτο επεισόδιο: η πανδημία. Ο κορωνοϊός δεν έπληξε μόνο τα νοσοκομεία και τις κοινωνίες. Στην Ελλάδα φαίνεται ότι προκάλεσε και μια παράξενη οικονομική μετάλλαξη. Προϊόντα καθημερινής ανάγκης άρχισαν να ανεβαίνουν σε τιμές με ρυθμούς που θα ζήλευε και χρηματιστηριακή μετοχή.
Το ηλιέλαιο συμπεριφέρθηκε σαν εισαγόμενο είδος πολυτελείας. Τα μακαρόνια απέκτησαν τιμή που θύμιζε εκλεκτή γαστρονομία. Το ψωμί άρχισε να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν επενδυτικό προϊόν.
Η κυβερνητική αντίδραση; Η κλασική: «Παρακολουθούμε το φαινόμενο».
Μια φράση τόσο βολική, που θα έπρεπε να κατοχυρωθεί ως εθνικό οικονομικό εργαλείο. Δεν κοστίζει τίποτα, δεν απαιτεί δύσκολες αποφάσεις και προσφέρει άφθονο τηλεοπτικό χρόνο σε υπουργούς και εκπροσώπους. Και ενώ το φαινόμενο «παρακολουθούνταν», οι τιμές έκαναν την ανηφόρα με εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση.
Ο πόλεμος που ακριβαίνει μέχρι και την ντομάτα
Δεύτερο επεισόδιο: ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Εκεί μάθαμε ότι η ελληνική οικονομία έχει μια σχεδόν μεταφυσική σύνδεση με τις εξελίξεις στην περιοχή του Ντονμπάς. Το ψωμί, όπως πληροφορηθήκαμε, εξαρτάται από τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας. Το ηλεκτρικό ρεύμα έχει άμεση σχέση με το Κρεμλίνο. Και οι τιμές των λαχανικών φαίνεται πως επηρεάζονται από τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην ανατολική Ευρώπη.
Οι ανατιμήσεις ήρθαν με ρυθμούς... πυραύλου. Οι λογαριασμοί ρεύματος άρχισαν να προκαλούν μικρά εγκεφαλικά στα ελληνικά νοικοκυριά. Τα καρότσια των σούπερ-μάρκετ γέμιζαν όλο και λιγότερο, ενώ το κόστος τους ανέβαινε όλο και περισσότερο.
Η Πολιτεία απάντησε με μια σειρά από “εργαλεία”: επιτροπές, παρατηρητήρια, πλατφόρμες και έκτακτα μέτρα.
Η ακρίβεια, ωστόσο, δεν έδειξε να τρομάζει ιδιαίτερα από αυτό το “οπλοστάσιο”. Αντιθέτως, συνέχισε την ανοδική της πορεία με αξιοθαύμαστη επιμονή.
Η νέα εξήγηση: πύραυλοι στη Μέση Ανατολή
Και τώρα ερχόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο της ίδιας ιστορίας.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή και οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν παρουσιάζονται ήδη ως η επόμενη μεγάλη αιτία που θα εξηγήσει γιατί στην Ελλάδα οι τιμές παίρνουν ξανά την ανηφόρα.
Διότι, όπως γνωρίζει κάθε “αναλυτής καφενείου”, όταν εκτοξεύεται ένας πύραυλος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Ελλάδα ανεβαίνει σχεδόν αυτόματα η τιμή του σουβλακιού.
Είναι ένας άγραφος νόμος της οικονομίας. Κάτι σαν τη βαρύτητα - μόνο που εδώ εμπλέκονται και πίτες, πατάτες και τζατζίκι.
Η βενζίνη “σκαρφαλώνει” ξανά. Το ηλεκτρικό ρεύμα προετοιμάζεται για νέο γύρο αυξήσεων. Τα βασικά τρόφιμα παίρνουν βαθιά ανάσα πριν από την επόμενη ανατίμηση.
Και το σουβλάκι - το πιο αξιόπιστο βαρόμετρο της ελληνικής αγοράς - απειλεί να καταρρίψει ακόμη ένα ρεκόρ.
Το εθνικό θερμόμετρο της τσέπης
Στην Ελλάδα υπάρχει ένας απλός τρόπος να καταλάβεις πώς πάει η οικονομία: κοιτάς πόσο κοστίζει το σουβλάκι.
Όταν φτάνει στα 4 ευρώ ή και 5 στο Ηράκλειο - τιμή που είδαμε τα τελευταία χρόνια - κάτι έχει πάει πολύ στραβά.
Κι όμως, αντί να αναρωτηθούμε πώς φτάσαμε εδώ, ακούμε ξανά τις ίδιες εξηγήσεις: διεθνείς κρίσεις, ενεργειακές πιέσεις, γεωπολιτικά ρίσκα. Λες και η ελληνική αγορά είναι ένα αθώο θύμα, που απλώς μεταφέρει τις αναταράξεις του πλανήτη κατευθείαν στην τσέπη του πολίτη.
Οι “άγνωστοι” της αγοράς
Στο μεταξύ, εμφανίζεται πάντα και ένας γνώριμος πρωταγωνιστής: οι κερδοσκόποι. Είναι εκείνοι οι μυστηριώδεις παράγοντες της αγοράς που ευθύνονται για όλα, αλλά σπανίως εμφανίζονται με ονοματεπώνυμο. Κάτι σαν οικονομικός μύθος.
Σαν τον Γέτι των Ιμαλαΐων. Όλοι μιλούν για την ύπαρξή του, αλλά κανείς δεν τον έχει συναντήσει από κοντά.
Και φυσικά, όσο παραμένουν αόρατοι, τόσο πιο εύκολα μετατρέπονται στον ιδανικό ένοχο για κάθε κύμα ακρίβειας.
Η μόνιμη διεύθυνση της ακρίβειας
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πιο απλή. Στην Ελλάδα, η ακρίβεια δε μοιάζει πλέον με έκτακτο φαινόμενο. Μοιάζει περισσότερο με μόνιμο κάτοικο της οικονομίας. Έχει εγκατασταθεί κανονικά, έχει βγάλει ρίζες και - αν συνεχίσουμε έτσι - ίσως σύντομα πληρώνει και... ΕΝΦΙΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλά πρατήρια καυσίμων η βενζίνη έχει ήδη φτάσει σε επίπεδα που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητα. Τιμές πάνω από 2,70 ή ακόμη και 2,85 ευρώ το λίτρο δεν αποτελούν πια είδηση. Έχουν γίνει σχεδόν κανονικότητα.
Το επόμενο επεισόδιο της ίδιας ιστορίας
Το πραγματικά ανησυχητικό δεν είναι μόνο οι αυξήσεις. Είναι ότι η εξήγηση γι’ αυτές μοιάζει κάθε φορά έτοιμη πριν καν εμφανιστεί το πρόβλημα. Κάπου στον κόσμο θα ξεσπάσει μια κρίση, θα σημειωθεί μια σύγκρουση ή θα παρουσιαστεί μια διεθνής αναταραχή - και σχεδόν αυτόματα θα βρεθεί και η επόμενη δικαιολογία για το γιατί στην Ελλάδα το κόστος ζωής παίρνει ξανά την ανηφόρα.
Έτσι, η ακρίβεια μετατρέπεται σε ένα παράξενο φαινόμενο χωρίς υπεύθυνους. Ένα μόνιμο οικονομικό καιρικό σύστημα που απλώς... συμβαίνει. Και ο πολίτης μένει να παρακολουθεί το έργο από το ταμείο του σούπερ-μάρκετ, την αντλία του πρατηρίου ή τον λογαριασμό του ρεύματος.
Με μια μικρή διαφορά: εκείνος δεν το “παρακολουθεί” απλώς. Το πληρώνει. Κάθε μέρα. Κάθε εβδομάδα. Κάθε μήνα.
