Ο δημόσιος λόγος στο Ηράκλειο έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ένα γνώριμο, σχεδόν κουραστικό μοτίβο, τους περιφερόμενους “κομματάρχες”, τους μόνιμους θαμώνες των πολιτικών διαδρόμων, που δηλώνουν με στόμφο ότι έχουν προτάσεις από παντού. Από κόμματα, από συνδυασμούς, από κινήσεις, από πρόσωπα. Λες και η πολιτική ζωή της πόλης δεν μπορεί να ανασάνει χωρίς τη δική τους παρουσία.
Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο: ποιοι τους πιστεύουν πραγματικά πέρα από τους γνώριμους “ταγούς της ενημέρωσης”, που τη δημοσιογραφία την έχουν κάνει μοντέλο μπας και τσιμπήσουμε κατιτίς. Οι ίδιοι εμφανίζονται ως αναντικατάστατοι μεσάζοντες, ως άνθρωποι με “άκρες”, με “γραμμές” και με “επαφές”.
Στην πράξη, όμως, συχνά πρόκειται για πρόσωπα που εδώ και χρόνια αλλάζουν “στρατόπεδα” με την ίδια ευκολία που αλλάζουν τραπέζι σε καφενείο. Σήμερα δηλώνουν απογοητευμένοι, αύριο δηλώνουν δικαιωμένοι, μεθαύριο δικαιωμένοι αλλά πικραμένοι.
Πάντα, όμως, πρόθυμοι να επαναδιαπραγματευτούν τον ρόλο τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να συμμετέχουν στα κοινά. Αυτό είναι υγιές και απαραίτητο.
Το πρόβλημα είναι όταν η πολιτική αντιμετωπίζεται ως προσωπικό παζάρι και όχι ως πεδίο ευθύνης. Όταν οι προτάσεις από παντού χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλείο αυτοπροβολής παρά ως απόδειξη ουσιαστικής πολιτικής αξίας.
Γιατί αν πράγματι υπήρχε τόσο έντονη ζήτηση, θα υπήρχε και ανάλογο αποτύπωμα έργου, και αυτό, δυστυχώς, σπανίζει. Οι πολίτες του Ηρακλείου δεν είναι αφελείς. Έχουν δει, έχουν κρίνει και έχουν μνήμη. Ξέρουν ποιοι εμφανίζονται μόνο προεκλογικά και ποιοι δουλεύουν αθόρυβα όλο τον χρόνο. Ξέρουν ποιοι μιλούν για την πόλη και ποιοι μιλούν απλώς για τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και κάθε φορά που ακούγεται η γνωστή επωδός “με ζητούν όλοι”, το ακροατήριο μικραίνει.
Η πολιτική δεν έχει ανάγκη από περιφερόμενους ρόλους και φουσκωμένες αφηγήσεις. Έχει ανάγκη από καθαρές θέσεις, συνέπεια και πραγματική διάθεση προσφοράς. Όσο αυτά λείπουν, οι “κομματάρχες του παντού” θα παραμένουν αυτό που στην ουσία είναι θόρυβος χωρίς αντίκρισμα. “Θα ανάψω καπνογόνα στην παραλιακή” λέει το γνωστό άσμα και εδώ τα πυροτεχνήματα τα ρίχνουν χωρίς λόγο.
