Υπάρχει μια παγιωμένη, σχεδόν αντανακλαστική λογική σε μερίδα αιρετών της Κρήτης και όχι μόνο, που κάθε φορά που ασκείται κριτική, ακόμη και τεκμηριωμένη, τη βαφτίζουν επίθεση. Λες και ο δημόσιος λόγος οφείλει να είναι μονόδρομος επιδοκιμασίας, λες και η δημοκρατία λειτουργεί μόνο με χειροκροτήματα και όχι με ερωτήματα, παρατηρήσεις και διαφωνίες.
Πρόκειται για ένα σύνδρομο που θυμίζει περισσότερο φοβικό τσιμπούρι παρά πολιτική ωριμότητα και, δυστυχώς, κολλάει πάνω στον αιρετό και δεν τον αφήνει να δει καθαρά την πραγματικότητα. Η κριτική, ειδικά όταν προέρχεται από πολίτες, τοπικά μέσα ή συλλογικούς φορείς, δεν είναι προσωπική προσβολή, ούτε υπονόμευση.
Είναι αναγκαίο συστατικό της δημοκρατίας και βασικό εργαλείο βελτίωσης της διοίκησης. Όταν όμως αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη, τότε κάτι βαθύτερο αποκαλύπτεται: ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης ή ακόμη χειρότερα, η πεποίθηση ότι το αξίωμα ταυτίζεται με το αλάθητο.
Στην Κρήτη, έναν τόπο με ισχυρή παράδοση λόγου, αντίλογου και δημόσιας κουβέντας, αυτό το φαινόμενο μοιάζει ακόμη πιο παράδοξο. Αντί οι αιρετοί να αφουγκράζονται τη δυσαρέσκεια ή τις επισημάνσεις των πολιτών, συχνά επιλέγουν να βλέπουν “φαντάσματα”, σκοπιμότητες, οργανωμένα σχέδια, προσωπικές εμμονές.
Έτσι όμως χάνεται η ουσία. Γιατί η κριτική, ακόμη κι όταν είναι σκληρή, συνήθως πηγάζει από πραγματικά προβλήματα που ζητούν λύση. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πότε θα σταματήσει η κριτική, αυτό δεν πρέπει και δε θα συμβεί ποτέ, αλλά πότε θα ξεπεραστεί αυτή η παιδική αντίδραση, που τη μεταφράζει αυτόματα σε επίθεση. Πότε θα καταλάβουμε ότι το να διοικείς δε σημαίνει να προστατεύεις το “εγώ” σου, αλλά να αντέχεις τον έλεγχο.
Οι αιρετοί που πραγματικά ξεχωρίζουν είναι εκείνοι που δε φοβούνται την κριτική. Που τη φιλτράρουν, τη ζυγίζουν και όταν χρειάζεται, διορθώνουν πορεία. Δεν ψάχνουν εχθρούς εκεί που υπάρχουν απλώς διαφορετικές απόψεις. Δεν απαντούν με θυμό ή ειρωνεία, αλλά με έργο. Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο πολίτης δε ζητά αλάθητους εκπροσώπους, ζητά καλύτερους.
Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα κάποιοι να αφήσουν κατά μέρος τα “φαντάσματα” και τα τσιμπούρια του παρελθόντος και να κοιτάξουν τον καθρέφτη της πραγματικότητας. Η κριτική δεν τους μικραίνει, αντίθετα είναι η μοναδική ευκαιρία να γίνουν πραγματικά καλύτεροι και αυτό, σε μια Κρήτη που αλλάζει και απαιτεί είναι το ελάχιστο ζητούμενο.
