Το μήνυμα που εκπέμπεται από την “ειδική μεταχείριση” της Παρασκευής Τυχεροπούλου, μιας εκ των βασικών προσώπων που συνέβαλαν στην αποκάλυψη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι πλέον απολύτως καθαρό και, ταυτόχρονα, βαθιά ανησυχητικό. Όποιος τολμήσει στο μέλλον να συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς τις “ευλογίες” της εκάστοτε προϊσταμένης Αρχής, θα γνωρίζει εκ των προτέρων ότι τον περιμένει ένας δρόμος διοικητικής, υπηρεσιακής και - ενδεχομένως - προσωπικής εξόντωσης.
Το μήνυμα... “ανοίγει”
Και το μήνυμα αυτό δεν περιορίζεται σε πολιτικό ή κομματικό επίπεδο. Εκτείνεται και σε θεσμούς που υποτίθεται ότι λειτουργούν ανεξάρτητα, όπως η ΑΑΔΕ, η οποία, ενώ εμφανίστηκε εξαιρετικά ανεκτική απέναντι σε πρόσωπα που ακούγονται στις επισυνδέσεις να καταστρώνουν “αίσχη”, δε δίστασε να πρωταγωνιστήσει σε μια απόφαση που εκλαμβάνεται ως καθαρά εκδικητική απέναντι σε μια υπάλληλο που έκανε τη δουλειά της.
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ... στο περιθώριο
Η απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, να τοποθετήσει την κ. Τυχεροπούλου εκτός του κορμού του “Νέου ΟΠΕΚΕΠΕ” και να τη μετακινήσει σε άσχετη Γενική Διεύθυνση της ΑΑΔΕ, στην ουσία καταργώντας τη διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη μόνη που καταργείται απ’ όσες ενσωματώθηκαν στην ΑΑΔΕ, προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις. Όχι μόνο γιατί αφορά ένα πρόσωπο με αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια, εμπειρία σε ελέγχους και διευθυντική προϋπηρεσία, αλλά κυρίως γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κάθε έννοια αξιοκρατίας και χρηστής διοίκησης. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διοικητική αναδιάρθρωση. Πρόκειται για μια στοχευμένη απομάκρυνση από τον επιχειρησιακό και ελεγκτικό πυρήνα του νέου Φορέα Πληρωμών. Μια μετακίνηση που αποσυνδέει πλήρως την κ. Τυχεροπούλου από το αντικείμενο στο οποίο διέθετε κρίσιμο ρόλο και γνώση.
Η “ανεξάρτητη” ΑΑΔΕ και το ερώτημα του επόμενου “ναυαγίου”
Το ερώτημα που αρχίζει να τίθεται, όχι μόνο παραπολιτικά αλλά και θεσμικά, είναι αν η ΑΑΔΕ κινδυνεύει να εξελιχθεί στο επόμενο “ναυάγιο” των επιδοτήσεων. Όχι κατ’ ανάγκην με τον ίδιο τρόπο όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά με παρενέργειες ενδεχομένως σοβαρότερες, δεδομένου του ρόλου της στη φορολογική και δημοσιονομική λειτουργία του κράτους.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός της απόφασης της ΑΑΔΕ. Είναι η γενικότερη εικόνα: η αδυναμία - ή απροθυμία - της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όχι να προστατεύσει ένα φυσικό πρόσωπο, αλλά να διασφαλίσει την ίδια της την ανεξαρτησία και την απρόσκοπτη λειτουργία της.
Ποιος θα τολμήσει να είναι ο επόμενος εμπειρογνώμονας;
Η υπόθεση Τυχεροπούλου δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Ποιος θα είναι ο επόμενος εμπειρογνώμονας που θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γνωρίζοντας ότι, αν η έρευνα “ενοχλήσει”, θα βρεθεί στο στόχαστρο διοικητικών διώξεων; Και αν δεν υπάρξει αυτός ο εμπειρογνώμονας, πώς ακριβώς θα λειτουργήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην πράξη;
Δεν είναι τυχαίο
Δεν είναι τυχαίο ότι η μόνη στιγμή κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αντέδρασε δημόσια και έντονα ήταν όταν ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, κ. Νίκος Σαλάτας, εξετράπη πλήρως. Κατά τα λοιπά, η εικόνα που εκπέμπεται είναι μιας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που δέχεται πιέσεις, εκτίθεται θεσμικά και αποδυναμώνεται, ενώ η κυβέρνηση - και όχι μόνο - δηλώνει δημοσίως πίστη και ευλάβεια στον θεσμό, την ώρα που στην πράξη συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Πυρ ομαδόν και επιλεκτική ευαισθησία
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πολιτική τακτική των βουλευτών της Ν.Δ. στην Εξεταστική Επιτροπή εστιάζει σχεδόν εμμονικά στο “πόσο κακή” ήταν η κ. Τυχεροπούλου. Ούτε είναι τυχαία τα κατά καιρούς ξεσπάσματα κυβερνητικών στελεχών κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα οποία βαφτίζονται ως “προσωπικές απόψεις”.
Την ίδια στιγμή, η Εισαγγελία Διαφθοράς αποστέλλει πάνω από 1.000 δικογραφίες στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, επιδεικνύοντας έναν ζήλο που ακόμη και ένας πρωτοετής φοιτητής Νομικής μπορεί να καταλάβει ότι θα προκαλέσει ασφυξία σε έναν ήδη υποστελεχωμένο θεσμό.
Στην κορυφή κερδίζουν, στη βάση διαπομπεύονται
Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι δικαστές δε λειτουργούν εν θερμώ και ότι, στο τέλος της ημέρας, η αλήθεια θα αποκαλυφθεί. Στην πράξη όμως, μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα είναι σαφές: όσοι βρίσκονταν στην κορυφή του σκανδάλου φαίνεται να παραμένουν στο απυρόβλητο, ενώ διαπομπεύονται δικαστικά άσχετοι και... η γνωστή “μαρίδα”.
Η επίθεση του δικηγόρου και το ζήτημα της αξιοκρατίας
Η σφοδρή ανακοίνωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κ. Τυχεροπούλου, Αντώνη Βαγιάνου, δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Μιλά ευθέως για σκανδαλώδη, εκδικητική και καταχρηστική μετακίνηση, που πλήττει όχι μόνο την ίδια, αλλά την αξιοπιστία του νέου Φορέα Πληρωμών υπό την ομπρέλα της ΑΑΔΕ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, απ’ όλους τους υπαλλήλους που μεταφέρονται στο Αυτοτελές Τμήμα Διοίκησης της ΑΑΔΕ, η κ. Τυχεροπούλου είναι η μόνη γεωπόνος και η μόνη με εμπειρία σε ελέγχους και διευθυντικές θέσεις. Αντιθέτως, γεωπόνοι χωρίς αντίστοιχη εμπειρία τοποθετούνται σε τεχνικές διευθύνσεις του νέου ΟΠΕΚΕΠΕ.
Θεσμική πρόκληση με πολιτικό αποτύπωμα
Η αντίφαση αυτή απογυμνώνει κάθε επίκληση αξιοκρατίας. Αποδεικνύει ότι τα κριτήρια δεν ήταν υπηρεσιακά, ούτε λειτουργικά, αλλά εντάσσονται σε μια αλυσίδα εκδικητικών αποφάσεων, που ξεκίνησε πριν και συνεχίζεται τώρα, με κοινό παρονομαστή την αδρανοποίηση όσων τόλμησαν να αγγίξουν τον πυρήνα του σκανδάλου.
Η υπόθεση Τυχεροπούλου δεν αφορά πλέον μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά το αν η συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνιστά πράξη καθήκοντος ή αιτία υπηρεσιακής εξόντωσης. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που βαραίνει πολύ περισσότερο από μια ακόμη παραπολιτική σύγκρουση.
