Όταν το κράτος δε σου απαγορεύει απλώς να μιλήσεις, σου απαγορεύει να πληρώσεις.
Δε χρειάστηκε χούντα, τανκς ή στρατιωτικός νόμος. Χρειάστηκε απλώς ένα κουμπί. Κάπου ανάμεσα στο Μαξίμου, σε μια τράπεζα και σε έναν “αλγόριθμο συμμόρφωσης”. Και κάπως έτσι, τέσσερις ως τώρα αγρότες-συνδικαλιστές, πρωταγωνιστές των αγροτικών μπλόκων, βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς πρόσβαση στα λεφτά τους. Όχι μετά από δικαστική απόφαση. Όχι μετά από καταδίκη. Αλλά προληπτικά. Για καλό και για συμμόρφωση.
Αν αυτό δε θυμίζει Κάφκα, τότε ο Κάφκα ήταν αισιόδοξος.
Η Ελλάδα εδώ και χρόνια - από τα ’90s και μετά - γλιστράει αθόρυβα από την ελευθερία στη διαχείριση. Και από τη διαχείριση στον έλεγχο.
Σήμερα πια δε σου απαγορεύουν να κυκλοφορείς. Σου απαγορεύουν να συναλλάσσεσαι. Πιο αποτελεσματικό, πιο “ευρωπαϊκό”, πιο ψηφιακό. Η άυλη οικονομία παρουσιάστηκε ως πρόοδος. Ως εκσυγχρονισμός. Ως διευκόλυνση. Στην πράξη όμως, αποδείχθηκε το πιο καλοκουρδισμένο εργαλείο εξουσίας. Διότι το χρήμα, όταν δεν το κρατάς στο χέρι σου, δεν είναι δικό σου. Είναι άδεια χρήσης. Με όρους. Και με αναστολή, αν ενοχλείς.
Από το πορτοφόλι στο κουμπί: η Δημοκρατία σε λειτουργία “pause”
Το κινητό δεν είναι πορτοφόλι. Είναι διακόπτης. Και ο διακόπτης δε βρίσκεται στην τσέπη σου. Κάποτε, όχι σε κάποιον σκοτεινό Μεσαίωνα αλλά πριν λίγες δεκαετίες, ο άνθρωπος πούλαγε το λάδι του, έπαιρνε τα λεφτά του, τα έκανε λίρες, τα έβαζε στο σεντούκι ή - αν ήθελε - στην τράπεζα. Όχι γιατί εμπιστευόταν το κράτος, αλλά γιατί το κράτος δεν είχε πρόσβαση. Πούλαγες σπίτι; Πήγαινες στον συμβολαιογράφο, υπέγραφες, έπαιρνες τα λεφτά, έφευγες. Ούτε πλατφόρμες, ούτε εφορίες σε αναμονή, ούτε «δε σας επιτρέπεται επειδή χρωστάτε». Η ζωή προχωρούσε χωρίς να ζητά άδεια. Σήμερα, μπορεί να έχεις χρήματα και να μην μπορείς ούτε να φας. Όχι επειδή δε δούλεψες, αλλά επειδή δεν εγκρίθηκε η πρόσβασή σου. Αν δεν το επιτρέψει το σύστημα. Αν δεν το δεχτεί η ψηφιακή εξουσία. Αν δεν πατήσει κάποιος “allow”.
Το ζήσαμε στα capital controls. Το ξαναζούμε τώρα, πιο κομψά. Τότε έφταιγε η ΕΚΤ, το δημοψήφισμα, η “ανευθυνότητα”. Τώρα φταίει ο αλγόριθμος. Πάντα φταίει κάτι απρόσωπο. Και μην έχουμε αυταπάτες: το χρήμα δεν είναι η μόνη ελευθερία που συρρικνώθηκε.
Προηγήθηκε η μετακίνηση - με SMS και άδεια για περίπτερο. Ακολούθησε η κατανάλωση - με ένα ποτήρι κρασί να σε στέλνει πεζό και άνευ οχήματος. Συνεχίστηκε με τη φορολογική δήμευση, τον ΕΝΦΙΑ, τις κατασχέσεις “αυτοματοποιημένες”. Και βέβαια, με τη φίμωση: αναρτήσεις που εξαφανίζονται, απόψεις που “ελέγχονται”, διώξεις που βαφτίζονται νομιμότητα.
Ξεκινήσαμε από το τσιγάρο “για την υγεία”... φτάσαμε στο πορτοφόλι “για τη διαφάνεια”
Και μετά απορούμε γιατί ο πολίτης γυρίζει την πλάτη στην πολιτική. Γιατί ο ψαράς που πρέπει να εκδώσει ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής για πέντε κιλά κολιούς δεν πάει να ψηφίσει. Δεν είναι αδιαφορία. Είναι αποξένωση. Δε νιώθει ελεύθερος άνθρωπος. Νιώθει διαχειριζόμενο αντικείμενο. Και μόνο ελεύθεροι άνθρωποι ψηφίζουν με κρίση. Οι υπόλοιποι απλώς φοβούνται.
Όταν δεν ελέγχεις ούτε τα λεφτά σου, πώς να σηκώσεις κεφάλι; Πώς να αμφισβητήσεις; Πώς να αντισταθείς; Έχεις μετατραπεί σε ψηφιακό δουλοπάροικο, με δικαιώματα υπό αίρεση και ζωή υπό επιτήρηση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι επόμενες εκλογές δε θα γίνουν απλώς σε συνθήκες δυσαρέσκειας. Θα γίνουν σε συνθήκες σιωπηλού φόβου. Και αυτό, ιστορικά, δεν ήταν ποτέ ασφαλές ούτε για τη δημοκρατία ούτε για την εξουσία που νομίζει ότι τα ελέγχει όλα. Γιατί πάντα έρχεται η στιγμή που κάποιος πατάει το λάθος κουμπί.
