Υπάρχουν στην ίδια τη χώρα “δύο Ελλάδες”, τόσο κοντά μα και τόσο μακριά... Αυτή του μόχθου και αυτή του “εγώ περνάω καλά, τι με νοιάζει για τους άλλους...”. Η Ελλάδα του κάματου και η Ελλάδα του Illustration, της φιγούρας “όλα πάνε καλά” και της πολιτικής υπνοβασίας. Υπάρχουν σήμερα δύο Ελλάδες που δε συναντιούνται. Η μία ιδρώνει. Η άλλη καταναλώνει. Η μία ζει στο χώμα. Η άλλη ζει στο αφήγημα.
Η Ελλάδα του μόχθου και η Ελλάδα της αφασίας
Η πρώτη είναι η Ελλάδα των αγροτών, των κτηνοτρόφων, των εργατών, των ανθρώπων που παράγουν πραγματικό πλούτο, τροφή, ζωή. Η δεύτερη είναι η Ελλάδα των ιδρυμάτων, των επιδοτούμενων πολιτισμών, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των curated events, των think tanks, των panels και των αφηγηματικών δελτίων Τύπου. Ανάμεσά τους δεν υπάρχει απλώς κοινωνική απόσταση. Υπάρχει πολιτισμικό ρήγμα. Και αυτό το ρήγμα δε γεφυρώνεται ούτε με installations, ούτε με podcasts, ούτε με Instagram stories. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι αισθητικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Και συστημικό.
Οι ελίτ
Το πραγματικό προϊόν που παράγουν σήμερα οι ελίτ δεν είναι πολιτισμός. Είναι υπνωτισμός.
Χρόνια τώρα, ένα συγκεκριμένο πλέγμα - ιδρύματα πλούτου, μεγάλοι χορηγοί, media “ευαισθησίας”, εκσυγχρονισμένοι γραφιάδες του κέντρου - παίζει τον ίδιο ρόλο με απόλυτη συνέπεια. Παράγει το αφήγημα της “προόδου”, την ώρα που η χώρα ξηλώνεται από τα θεμέλιά της.
Μας παρουσιάζουν μια Ελλάδα-βιτρίνα, ένα ευρωπαϊκό success story, ενώ η διατροφική αυτάρκεια καταρρέει, η παραγωγή συρρικνώνεται και η εξάρτηση από ξένα κέντρα βαθαίνει επικίνδυνα.
Μας σερβίρουν ένα lifestyle “εκλεπτυσμένης ανησυχίας”, που δεν ακουμπά ποτέ την πραγματική εξουσία - ούτε την εγχώρια ούτε την ευρωπαϊκή - και αφήνει πάντα στο απυρόβλητο τις ελίτ που απομυζούν τον τόπο.
“Ντύνουν” την πολιτική με αισθητική, για να μη μυρίζει σήψη. Και το αστικό κοινό καταπίνει τον “σανό”, επειδή είναι πασπαλισμένος με τέχνη, αγγλικούς όρους και ηθική ανωτερότητα.
Η Ελλάδα που χάνεται...
Την ίδια ώρα που μιλάνε για “έξυπνες πόλεις”, για πόλεις των 15 λεπτών, για βιώσιμες μετακινήσεις και πράσινες γειτονιές, η ελληνική ύπαιθρος πεθαίνει. Και μαζί της πεθαίνει η ίδια η Ελλάδα.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που δε χωρά σε κανένα πάνελ: Ένας κτηνοτρόφος βλέπει εκατοντάδες ζώα να εκτελούνται. Μια ολόκληρη ράτσα να εξαφανίζεται. Και ο άνθρωπος ουρλιάζει, όχι μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά, σαν αρχαίος τραγικός ήρωας: «Μου σκοτώνετε τα παιδιά μου».
Και την ίδια στιγμή, στην Αθήνα: τελετές βιβλίων με face control, συζητήσεις για το “μέλλον της Ευρώπης”, άρθρα για την “κουλτούρα του brunch”, εκδηλώσεις “πράσινης ανάπτυξης” με χορηγούς τις ίδιες εταιρείες που λεηλατούν το περιβάλλον. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο δεν είναι απλώς προκλητική. Είναι σχεδόν πορνογραφική. Η ελληνική γη σπαράζει. Η ελληνική πόλη ποζάρει. Όσο η πόλη τρέφεται με πολιτιστικό σανό, η δημοκρατία απονευρώνεται. Αυτός είναι ο πυρήνας του ζητήματος.
Διαρκείς αντιφάσεις
Η αγροτιά εξεγείρεται για να επιβιώσει. Η πόλη αποχαυνώνεται από το θεαματικό αφήγημα του συστήματος.
Όταν η πολιτιστική παραγωγή ελέγχεται από ιδρύματα πλούτου, τραπεζικούς χορηγούς, funds, media και think tanks που ξεπλένουν το πολιτικό σύστημα, τότε αυτός ο “πολιτισμός” δεν είναι ουδέτερος.
Είναι μηχανισμός αποπολιτικοποίησης. Είναι εργαλείο κατευνασμού. Είναι εργοστάσιο συναίνεσης.
Είναι η soft εκδοχή της ίδιας εξουσίας που σκοτώνει, μετά απορεί και στο τέλος ξεχνά. Η ίδια εξουσία που έθαψε την αλήθεια στα Τέμπη. Η Ελλάδα μετατρέπεται μεθοδικά σε μια χώρα πολιτισμού για τουρίστες και ψηφιακούς νομάδες, αλλά χωρίς ψωμί για τους πολίτες της.
Υπάρχει σχέδιο
Αυτό είναι το σχέδιο: μια χώρα που δεν παράγει τίποτα δικό της - ούτε προϊόντα, ούτε νόημα. Μια χώρα όπου η παραγωγή θεωρείται «παρωχημένη» και η αυτάρκεια σχεδόν ύποπτη.
Που εισάγει γάλα, φρούτα και φθηνή εργασία, και εξάγει πολιτιστικές βιτρίνες υψηλού κόστους.
Μια χώρα με Στέγη, αλλά χωρίς στέγη για τους νέους. Με “Νιάρχος”, αλλά χωρίς παιδεία.
Με lifestyle media, αλλά χωρίς δημοσιογραφία. Με events για “δικαιώματα”, αλλά εκκωφαντική σιωπή για την εθνική υποτέλεια. Μια χώρα-σκηνικό. Μια χώρα-πάρκο. Μια χώρα που μετατρέπεται σε αστικό πείραμα, όπου η ζωή συμπιέζεται σε ζώνες, η μετακίνηση ελέγχεται, η κατανάλωση κατευθύνεται και η επαφή με τη γη θεωρείται περιττή ή επικίνδυνη.
Το υπόδειγμα των Τεμπών
Εδώ ακριβώς αποκτά νόημα η κοινωνική έκρηξη που γεννήθηκε από τα Τέμπη. Γιατί το ίδιο μοντέλο που μετρά την ανθρώπινη ζωή ως “παράπλευρη απώλεια” είναι εκείνο που σχεδιάζει και τις πόλεις-κουτιά του μέλλοντος. Όχι ως μνημόσυνο, αλλά ως αφύπνιση. Ως ρήγμα στον αστικό λήθαργο. Η πόλη θα σωθεί μόνο αν ξανακούσει τη φωνή της γης. Η Δημοκρατία θα αναστηθεί μόνο αν η αγροτιά αντιμετωπιστεί ξανά ως πυλώνας και όχι ως “περιφέρεια”. Η πολιτική θα ξαναγεννηθεί μόνο όταν το χώμα μπει στο κέντρο της σκηνής.
Γιατί χωρίς χώμα δεν υπάρχει ζωή. Δεν υπάρχει πατρίδα. Δεν υπάρχει πολιτισμός. Δεν υπάρχει μέλλον.
Και κυρίως: δεν υπάρχει ελευθερία. Μια χώρα μπορεί να ζήσει χωρίς ιδρύματα. Χωρίς πολιτιστικές βιτρίνες. Χωρίς lifestyle ευαισθησίες. Δεν μπορεί όμως να ζήσει ούτε μία μέρα χωρίς τους ανθρώπους που τη θρέφουν. Και όποιος δεν το βλέπει αυτό, δεν είναι προοδευτικός. Είναι απλώς βαθιά υπνωτισμένος.
