Πέρασε και το ευδαιμονικό κρεσέντο της κατανάλωσης με το Black Friday, αλλά ακόμη δε μας λένε ποιοι τρίβουν τα χέρια τους και ποιοι τρίβουν τα μάτια τους.
Θα ’λεγε κανείς πως η Ελλάδα είναι ο πιο εύκολος πελάτης του πλανήτη. Ό,τι μας πλασάρει το παγκόσμιο marketing, το παίρνουμε, το γυαλίζουμε λίγο, βάζουμε κι ένα «-άκι» στο τέλος για να γίνει πιο... οικείο, και το μετατρέπουμε σε εγχώριο έθιμο. Κι έτσι φτάσαμε από τα “Halloween” και τα “Valentine’s Day”, στη μεγάλη, τη μία και μοναδική... Μαύρη Παρασκευή. Τι λέω τώρα, πριν καν την 28η Οκτωβρίου, για ψυχολογικό λέει πουσάρισμα, άρχισε ο χριστουγεννιάτικος στολισμός, έλεος δηλαδή...
“Μαύρη” για ποιον όμως;
Γιατί, εδώ που τα λέμε, η μαυρίλα αλλάζει χέρια. Οι μεγάλες αλυσίδες και οι πολυεθνικές κάνουν “πάρτι” - όχι απλώς τρίβουν τα χέρια τους, τα ξεμαλλιάζουν από χαρά. Αντιθέτως, τα μικρομάγαζα, αυτά που κρατούσαν τις γειτονιές ζωντανές και έδιναν χρώμα στην οικονομική καθημερινότητα, μετρούν μία ακόμη χρονιά με... μπαρουτοκαπνισμένη βιτρίνα. Στην Κρήτη ειδικά - και στο Ηράκλειο ακόμα περισσότερο - η κατάσταση θυμίζει εκείνες τις παλιές ιστορίες που λένε οι παππούδες στα καφενεία:
«Μας επήραν τα πάντα, μωρέ, κι εμείς εκάτσαμε και τους εκοιτάζαμε».
Κάπως έτσι και τώρα. Η Black Friday λειτουργεί σαν ένας αρπακτικός ανεμοστρόβιλος: ό,τι πιάνει στο πέρασμά της το στροβιλίζει κατευθείαν προς τα ταμεία των μεγάλων ομίλων.
Η βιτρίνα του θαύματος και το ταμείο της πλάνης
Στα εμπορικά κέντρα γίνεται πανηγύρι. Μουσικές, μαύρα μπαλόνια, φωτάκια, εκπτώσεις που θυμίζουν... μινιμαλιστικό ποσοστό αποικιοκρατικής λεηλασίας και χαρούμενοι καταναλωτές που τρέχουν να αρπάξουν τη “μεγάλη ευκαιρία”.
Μόνο που, όπως λένε οι πιο μυημένοι στο εμπόριο, αρκετές απ’ αυτές τις “ευκαιρίες” είναι τόσο πραγματικές όσο το... φάντασμα της Λερναίας Ύδρας.
Οι τιμές πολλές φορές ανεβαίνουν λίγο πριν τις εκπτώσεις, για να πέσουν μετά σε επίπεδα που μοιάζουν θεαματικά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται στα ίδια με έναν κοινό, παραδοσιακό Νοέμβρη. Αλλά τι σημασία έχει; Αρκεί να το γράφει το χαρτί στην πόρτα:
- “70%! ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ!”.
Και φυσικά, πίσω από την πόρτα, η μεγάλη εικόνα: ουρές, αγοραστικό παραλήρημα, καταναλωτική ψυχολογία τύπου «σιγά να μην αφήσω τον άλλον να πάρει την τελευταία τηλεόραση».
Στα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς όμως;
Ησυχία. Και όπου ησυχία, ξέρεις... δε σημαίνει γαλήνη. Σημαίνει άδεια ταμεία.
Ειδικά στην Κρήτη, όπου το μικρομάγαζο δεν είναι απλώς ένα επιχειρηματικό μοντέλο αλλά κομμάτι της τοπικής ταυτότητας, αυτή η σιωπή είναι βαριά σαν πέτρα. Γιατί πίσω από κάθε οικογενειακό κατάστημα υπάρχει μια ιστορία, μια μάνα που κάθεται πάνω από τα τεφτέρια, ένας πατέρας που “κλείνει” το μαγαζί, αλλά δεν κλείνει μάτι, κι ένας γιος ή μία κόρη που αναρωτιούνται αν υπάρχει μέλλον στην προσπάθεια ή αν πρέπει να πάρουν τον δρόμο... των πολυεθνικών.
Η Πολιτεία ως θεατής - ή μάλλον ως χορηγός των “μεγάλων”
Αν περιμένει κανείς από την κυβέρνηση να κατανοήσει τι συμβαίνει, απλώς δεν έχει δει τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια.
Το μόνο πρόγραμμα στήριξης που έχει εφαρμόσει επιτυχώς είναι αυτό της... αύξησης των υποχρεώσεών τους. Φορολογία; Ψηλά. Ασφαλιστικές εισφορές; Στα ίδια. Κίνητρα; Μηδέν. Έλεγχος στην παραπλανητική τιμολόγηση; Όσο έλεγχος γίνεται στα διόδια όταν περνά αυτοκίνητο με πινακίδα “VIP”.
Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, για “δυναμική αγορά”, για ανταγωνιστικότητα. Στην πράξη όμως δημιουργεί μια αρένα όπου ο ένας μονομάχος είναι ο... γίγαντας με ασπίδα “made in USA”, και ο άλλος ο μικρός μαγαζάτορας που παλεύει με το ξύλινο σπαθάκι του παιδιού του. Δεν υπάρχει αναμέτρηση - υπάρχει εκτέλεση.
Κι όσο οι μικρομεσαίοι ζητούν ανάσα, τόσο η Πολιτεία ζητά... αποδείξεις, ΦΠΑ, ΕΦΚΑ και «πληρωμή εντός προθεσμίας».
Είπαμε: ανάπτυξη, αλλά όχι για όλους.
Τα ΜΜΕ σε ρόλο... πωλητή
Και μέσα σε όλα αυτά, τα μεγάλα συστημικά ΜΜΕ κάνουν τα δικά τους. Στήνουν live μεταδόσεις από εμπορικά κέντρα - δίνουν περισσότερη κάλυψη στις ουρές έξω από τα πολυκαταστήματα απ’ ό,τι στις ουρές στα ΤΕΠ των νοσοκομείων.
Τα ρεπορτάζ θυμίζουν χριστουγεννιάτικο παραμύθι:
«Οι καταναλωτές βρίσκουν εξαιρετικές προσφορές!».
«Η αγορά κινείται!».
«Το κλίμα είναι γιορτινό!».
Και για τα μικρά μαγαζιά;
Ούτε ρεπορτάζ της δεκάλεπτης βροχής.
Σαν να μην υπάρχουν. Σαν να είναι εξωτικά είδη προς εξαφάνιση, που δεν αξίζουν τηλεοπτικό χρόνο, εκτός αν κλείσουν κι έχουμε ένα «ανθρώπινο δράμα» να παρουσιάσουμε.
Κι όμως, αυτοί κρατούν ζωντανές τις πόλεις. Χωρίς τα μικρομάγαζα, χωρίς τον μπακάλη που ξέρει το όνομα του παιδιού σου, τον τσαγκάρη που σου λέει «μην τα πετάς, φτιάχνονται», το βιβλιοπωλείο που σου προτείνει βιβλίο όχι επειδή «βγήκε σε προσφορά», αλλά επειδή «τ’ αξίζει», η χώρα γίνεται ένα άχρωμο, επίπεδο, απρόσωπο mall.
Οι καταναλωτές εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο
Η αλήθεια είναι πως και ο κόσμος έχει ευθύνη. Έχουμε μάθει να ψάχνουμε το φθηνότερο, όχι το ποιοτικότερο. Και όσο στρεφόμαστε μαζικά στις μεγάλες αλυσίδες, τόσο διαλύουμε με τα ίδια μας τα χέρια την αγορά που υποτίθεται πως αγαπάμε.
«Μα είναι δύσκολη εποχή, θέλουμε οικονομία», συμφωνούμε.
Αλλά τι θα γίνει όταν τα μικρά καταστήματα κλείσουν;
Όταν οι τιμές των μεγάλων δε θα έχουν ανταγωνισμό;
Όταν δε θα υπάρχει κανείς “δίπλα μας” να ρίξει λίγο την τιμή, να μας κάνει μια διευκόλυνση, να μας πει «φίλε, πάρ’ το και τα λέμε στον μήνα»;
Τότε θα καταλάβουμε - αργά, όπως πάντα - ότι η φθηνή τιμή της Black Friday ήταν ανατιμημένη απώλεια για το μέλλον.
Η Κρήτη στο σταυροδρόμι ενός εμπορικού εκφυλισμού
Στην Κρήτη, που η οικονομική ζωή δεν ήταν ποτέ απλώς νούμερα, αλλά κομμάτι κοινωνικής συνοχής, η αλλοίωση της αγοράς φαίνεται πιο καθαρά από αλλού. Το Ηράκλειο ήταν πάντα πόλη των μικρών επιχειρηματιών. Της οικογενειακής προσπάθειας. Του «άμα περάσεις, έχει και καλό πράμα». Σήμερα όμως, πολλοί από αυτούς τους μαγαζάτορες νιώθουν ότι όσα έχτισαν γενιές, κινδυνεύουν να γκρεμιστούν σε μια δεκαετία υπερκατανάλωσης και εμπορικής παγκοσμιοποίησης.
Αν συνεχίσουμε έτσι, η Ερμού, η 1866 και οι υπόλοιπες εμπορικές αρτηρίες θα γεμίσουν με τα ίδια καταστήματα, ίδιες βιτρίνες, ίδια ρούχα, ίδιες προσφορές. Θα αγοράζεις παπούτσια στην Κρήτη και θα φοράς τα ίδια με εκείνον που ψωνίζει στο Λονδίνο.
Αλλά τι να την κάνεις την “ευρωπαϊκή ταυτότητα”, όταν χάνεις τη δική σου;
Και τώρα τι;
Δε χρειάζεται κάποιος επαναστατικός νόμος για να αλλάξει η κατάσταση. Θέλει απλά καθαρή σκέψη:
Η Πολιτεία να προστατεύσει τους μικρούς σε περιόδους ακραίου εμπορικού ανταγωνισμού.
Τα ΜΜΕ να δείξουν ότι υπάρχει και άλλη αγορά πέρα από τις πολυεθνικές.
Οι καταναλωτές να δουν λίγο πιο πέρα από το χαρτί “-70%”.
Οι ίδιοι οι μικρομεσαίοι να οργανωθούν, να συνεργαστούν, να απαιτήσουν.
Γιατί, αν δε γίνει κάτι τώρα, η Μαύρη Παρασκευή θα γίνει μαύρη εβδομάδα, μαύρος μήνας, μαύρος χρόνος. Και θα μείνουμε να αναρωτιόμαστε πώς χάθηκαν τα μαγαζιά της γειτονιάς που μας μεγάλωσαν.
Και τότε, όπως συμβαίνει με όλα στην Ελλάδα, θα γράψουμε συγκινητικά αφιερώματα τύπου «Εκεί που ανθούσε το παλιό μπακάλικο, τώρα άνοιξε αλυσίδα ρούχων».
Και το χειρότερο; Θα λέμε «τι κρίμα», ενώ εμείς οι ίδιοι θα έχουμε ψωνίσει από την αλυσίδα ρούχων.
