Σε μια χώρα που περιβάλλεται από θάλασσα, οι άνθρωποι που τη ζουν, την ανασαίνουν και τη δουλεύουν καθημερινά παραμένουν αόρατοι. Οι Κρητικοί ψαράδες, οι εργάτες της θάλασσας, δίνουν έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης, όχι μόνο με τα κύματα και τον καιρό, αλλά και με την κρατική αδιαφορία.
Η Πολιτεία χρόνια τώρα τους έχει αφήσει στο έλεος του Θεού και των πολυεθνικών συμφερόντων, που λυμαίνονται τις θάλασσές μας.
Αντί να σταθεί δίπλα στους επαγγελματίες αλιείς, να τους προστατεύσει από τις παράνομες αλιεύσεις, να τους στηρίξει οικονομικά και να διασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους εργασίας, επιλέγει τη σιωπή. Κλείνει τα αφτιά της στις φωνές απόγνωσης, κλείνει τα μάτια της στα σπασμένα καΐκια, στα άδεια δίχτυα, στους ανθρώπους που δουλεύουν από τα ξημερώματα για να γυρίσουν σπίτι με πενταροδεκάρες. Την ίδια ώρα, τι έχει γίνει με τους λαγοκέφαλους και τις αποζημιώσεις από τις καταστροφές που προκαλούν;
Ο γραφειοκρατικός εφιάλτης, η υπερφορολόγηση και οι αλλοπρόσαλλες ευρωπαϊκές οδηγίες κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την καθημερινότητα ενός κλάδου, που είναι στα όρια της απόλυτης καταστροφής. Πόσο εύκολο είναι να λες «σώστε τις θάλασσες» από ένα γραφείο στην Αθήνα, όταν δεν έχεις πιάσει ποτέ δίχτυ ή δεν έχεις μυρίσει ποτέ την αλμύρα που σου καίει τα πνευμόνια στις 4 τα ξημερώματα; Οι ψαράδες δεν είναι στατιστικά μεγέθη, ούτε γραμμές σε ένα υπουργικό Excel.
Είναι άνθρωποι με οικογένειες, με τιμή, με παράδοση και κυρίως ιστορία. Η Πολιτεία οφείλει να τους ακούσει. Να σταματήσει να τους πετά στο περιθώριο σαν να είναι παλιά εργαλεία. Γιατί, αν σβήσουν οι ψαράδες, δε θα χαθεί μόνο ένα επάγγελμα, αλλά ένας ολόκληρος πολιτισμός.
Ξέρουμε, το υπουργείο και πάλι θα πει τα ίδια. Δηλαδή πώς εξετάζει τα αιτήματα. Βέβαια μέχρι το πόρισμα... άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.
