Συνταγματική και σύμφωνη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας την επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, τα οποία είχαν καταργηθεί πλήρως με μνημονιακή νομοθετική ρύθμιση.
Η απόφαση εκδόθηκε με πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, στο πλαίσιο πρότυπης δίκης που αφορούσε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Υπέρ του εργαζομένου είχε ασκήσει παρέμβαση η ΑΔΕΔΥ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω του εκπροσώπου Τύπου του ΣτΕ, παρέδρου Νίκου Σεκέρογλου:
Με την υπ’ αριθμόν 1201/2026 απόφασή της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μ. Πικραμένου και με εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, αποφάνθηκε ότι η μη επαναφορά από τον νομοθέτη των επιδομάτων εορτών και αδείας των εργαζομένων στο Δημόσιο, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοκληρωτικά με τον ν. 4093/2012, δεν συνιστά παραβίαση ούτε του Συντάγματος ούτε του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συγκεκριμένη κρίση προέκυψε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης», σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Το ΣτΕ εξέτασε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου, η οποία είχε αρχικά κατατεθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και με την οποία ζητούνταν η καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος. Στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου είχε παρέμβει υπέρ του ενάγοντος η ΑΔΕΔΥ. Ο δημόσιος υπάλληλος υποστήριζε ότι η παράλειψη του νομοθέτη αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 31.12.2024.
Καθώς ο ενάγων είχε επικαλεστεί τη μη μεταφορά ή την πλημμελή μεταφορά, μέσω του ν. 5163/2024, της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας διευκρίνισε αρχικά, βασιζόμενο τόσο στην πάγια δική του νομολογία όσο και σε εκείνη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι επίκληση της συγκεκριμένης Οδηγίας θα μπορούσε να γίνει μόνο για το διάστημα μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της, δηλαδή από τις 15.11.2024 και μετά.
Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε, ωστόσο, και την ουσία του συγκεκριμένου ισχυρισμού για το χρονικό διάστημα που ακολουθεί, λαμβάνοντας υπόψη όσα είχε κρίνει το ΔΕΕ με απόφασή του στις 11.11.2025, στην υπόθεση C-19/23.
Στην απόφαση εκείνη, το ΔΕΕ είχε κρίνει ότι η «επάρκεια του κατώτατου μισθού» δεν αποτελεί έννοια του ευρωπαϊκού δικαίου και ότι η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών γενικότερα, όπως και ειδικότερα ο καθορισμός του κατώτατου μισθού, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
Παράλληλα, το ΔΕΕ ακύρωσε, μεταξύ άλλων, διάταξη της Οδηγίας 2022/2041 που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη να εντάξουν στα εθνικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των κατώτατων μισθών τέσσερις συγκεκριμένες παραμέτρους. Αυτές αφορούσαν την «αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης», το «γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους», τον «ρυθμό αύξησης των μισθών» και «τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα».
Το ΔΕΕ είχε ακόμη αποφανθεί ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου πέρα από τις αρμοδιότητες της Ε.Ε. σε ζητήματα που σχετίζονται με τις «αμοιβές» ή με δικαίωμα σε «επαρκείς» ή «δίκαιους» νόμιμους κατώτατους μισθούς.
Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι η Οδηγία δεν θεμελίωνε για τους ιδιώτες δικαίωμα με επαρκώς συγκεκριμένο περιεχόμενο, όπως αυτό που διεκδικούσε ο ενάγων [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.11.1991 στις υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich και Bonifaci]. Παράλληλα, έκρινε ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για τη συγκεκριμένη αξίωση. Για τον λόγο αυτό, η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τη συγκεκριμένη βάση της.
Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε στοιχεία που αφορούν τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, καθώς και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης». Παράλληλα, συνεκτίμησε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας».
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης την εξέλιξη των νομοθετικών ρυθμίσεων που διέπουν το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον ν. 4354/2015, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς και το εκτιμώμενο πρόσθετο, μόνιμο και ετήσιο δημοσιονομικό κόστος που προκάλεσαν όχι μόνο οι γενικές μισθολογικές παρεμβάσεις που υιοθετήθηκαν κατά καιρούς, αλλά και επιμέρους ρυθμίσεις μισθολογικού χαρακτήρα για ειδικές κατηγορίες εργαζομένων ή συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Στην κρίση του συνυπολόγισε ακόμη το ύψος των εθνικά χρηματοδοτούμενων καθαρών πρωτογενών δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνονται, εκτός από τη μισθοδοσία, οι δημόσιες επενδύσεις, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες και άλλες κατηγορίες δαπανών.
Περαιτέρω, το ΣτΕ έκρινε ότι οι ρυθμίσεις για το γενικό μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκαν με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, σε συνδυασμό με τις επιμέρους μισθολογικές παρεμβάσεις της πρόσφατης περιόδου, αποτελούν μία μόνο πτυχή ενός ευρύτερου συνόλου πολιτικών. Οι πολιτικές αυτές ιεραρχούνται –με τρόπο που υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο– και αποτιμώνται στα εκάστοτε ισχύοντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η δημοσιονομική επιβάρυνση που προκαλούν κινείται εντός των καθορισμένων δημοσιονομικών ορίων.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η διαχρονική επιλογή του νομοθέτη ως προς τη μη επαναφορά των συγκεκριμένων επιδομάτων δικαιολογείται και από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου, ελήφθη υπόψη και το μέγεθος της πρόσθετης, πάγιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που θα συνεπαγόταν η χωρίς διαφοροποίηση χορήγηση σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους μιας παροχής αντίστοιχου ύψους, δηλαδή δύο επιπλέον βασικών μισθών κάθε χρόνο.
Παράλληλα, σύμφωνα με την απόφαση, δεν προέκυψε ότι η μη καταβολή των επίμαχων επιδομάτων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των μισθοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων. Με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του σχετικά με το εύρος της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι δεν υπήρξε αντισυνταγματική παράλειψη.
Τέλος, το ΣτΕ απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και κατά το μέρος που αφορούσε ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, σε σύγκριση με τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.
Το Δικαστήριο επικαλέστηκε το ιδιαίτερο καθεστώς που προβλέπουν για τους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και έκρινε, στη βάση αυτή, ότι οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό ίδιες ή ακόμη και παρόμοιες συνθήκες με εκείνες που ισχύουν για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το ΣτΕ, η μη πρόβλεψη των συγκεκριμένων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Ως επαρκές στοιχείο διαφοροποίησης ανάμεσα στις δύο κατηγορίες εργαζομένων, και σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, θεωρήθηκε επίσης το γεγονός ότι η διάρθρωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και ο καθορισμός του ύψους τους, ακόμη και ως προς τον κατώτατο μισθό, μπορούν να έχουν άμεσες και δυνητικά σημαντικές συνέπειες στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική σταθερότητα του κράτους.
Ωστόσο, ειδικά ως προς το ζήτημα της ενδεχόμενης παραβίασης της αρχής της ισότητας, έξι μέλη του Δικαστηρίου διατύπωσαν μειοψηφούσα άποψη.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού έδωσε απάντηση στα νομικά ζητήματα που τέθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, κράτησε την υπόθεση, την εκδίκασε και τελικά απέρριψε την αγωγή.
