Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκεται μεγάλο μέρος των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς σχεδόν 3 εκατομμύρια πολίτες δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για την κάλυψη του κόστους στέγασης.
Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο για τους ενοικιαστές, καθώς πάνω από 6 στους 10 διαθέτουν τουλάχιστον το 40% του εισοδήματός τους για να πληρώσουν ενοίκιο και λοιπές στεγαστικές δαπάνες.
Την ίδια ώρα, οι τιμές των κατοικιών συνεχίζουν να απομακρύνονται από τις οικονομικές δυνατότητες των πολιτών. Από το 2018 έως σήμερα, οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν αυξηθεί κατά περίπου 110%, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη.
Το 2025, ο σχετικός δείκτης στη χώρα μας φτάνει το 26,4%, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζεται στο 7,7%. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η στεγαστική κρίση συνδέεται και με τη μείωση της ιδιοκατοίκησης. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει στο 69,7%. Από το 2010 έως το 2024, περίπου 350.000 νοικοκυριά έπαψαν να ζουν σε δικό τους σπίτι και βρέθηκαν στην αγορά ενοικίου.
Η εξέλιξη αυτή έχει αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση για κατοικίες προς ενοικίαση, σε μια περίοδο που η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Ταυτόχρονα, η τουριστική ανάπτυξη, η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η ζήτηση από το πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα» και η είσοδος μεγάλων ιδιωτικών κεφαλαίων στην αγορά κατοικίας έχουν εντείνει την πίεση στις τιμές.
Η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω από την απουσία ουσιαστικών δημόσιων προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας, αλλά και από τη μειωμένη οικοδομική δραστηριότητα κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Το αποτέλεσμα ήταν η ζήτηση να αυξηθεί ταχύτερα από την προσφορά, οδηγώντας σε εκρηκτική άνοδο τόσο στις τιμές αγοράς όσο και στα ενοίκια.
Στο ζήτημα έχει παρέμβει και η Κομισιόν, η οποία στην πρόσφατη αξιολόγησή της για την Ελλάδα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου κάνει ειδική αναφορά στη στεγαστική κρίση και εισηγείται αύξηση της προσφοράς κατοικιών, μεταξύ άλλων μέσω κοινωνικής κατοικίας.
Ανάλογες επισημάνσεις κάνει και το ΔΝΤ, το οποίο εστιάζει στο πρόβλημα της προσιτότητας, δηλαδή στη σχέση τιμών κατοικιών και διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και στο γεγονός ότι περίπου το 35% του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι ζητούμενες τιμές κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν περίπου 85% από το 2016 έως το 2025, ενώ την ίδια περίοδο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε μόλις 47%. Ως αποτέλεσμα, το διάμεσο στεγαστικό κόστος ξεπέρασε το 1/3 του διαθέσιμου εισοδήματος.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν επίσης τη μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις τιμές των κατοικιών και τα εισοδήματα. Με βάση τον τριμηνιαίο Δείκτη Τιμών Κατοικιών, από το δ΄ τρίμηνο του 2021 έως το δ΄ τρίμηνο του 2025 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 52,5%. Έτσι, ένα διαμέρισμα που στα τέλη του 2021 κόστιζε 100.000 ευρώ, στα τέλη του 2025 έφτασε περίπου τις 152.000 ευρώ.
Στο ίδιο διάστημα, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε μόλις κατά 20% έως 25%, γεγονός που επιδείνωσε σημαντικά τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν κατοικία.
Η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να περιορίσει μέρος της πίεσης με παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και με προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» Ι και ΙΙ. Ωστόσο, οι επικρίσεις εστιάζουν στο ότι τα μέτρα εφαρμόστηκαν καθυστερημένα ή οδήγησαν σε αύξηση της ζήτησης για συγκεκριμένες κατηγορίες ακινήτων, όπως τα παλαιότερα διαμερίσματα.
Για εκατομμύρια πολίτες, η κατοικία έχει μετατραπεί σε καθημερινό οικονομικό βάρος. Η συνεχής άνοδος των τιμών, τα υψηλά ενοίκια και η περιορισμένη προσφορά δημιουργούν ένα περιβάλλον στεγαστικής ασφυξίας, με τα λαϊκά νοικοκυριά να βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση.
