Ανησυχία προκαλούν τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, καθώς η χώρα καταγράφει μία από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη, με τις ανατιμήσεις να συνεχίζουν να ασκούν ισχυρές πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για τον Μάιο του 2026, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5%, αυξημένος από το 4,6% του Απριλίου, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη ανέρχεται στο 3,2%. Η εξέλιξη αυτή τοποθετεί τη χώρα μεταξύ των κρατών με τις υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις, πίσω από τη Βουλγαρία και τη Λιθουανία.
Η διαφορά σε σχέση με τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης παραμένει σημαντική. Στη Γαλλία ο πληθωρισμός διαμορφώνεται στο 2,8%, ενώ στη Γερμανία στο 2,7%, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά.
Η ενέργεια στο επίκεντρο των ανατιμήσεων
Κύριος παράγοντας της νέας ανόδου των τιμών παραμένει το ενεργειακό κόστος. Οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά καυσίμων έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Οι αυξήσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφορών και παραγωγής, ενώ σταδιακά μεταφέρονται και στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας ένα ευρύτερο κύμα ανατιμήσεων σε ολόκληρη την οικονομία.
Παράλληλα, η ανοδική πορεία των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες συνεχίζει να περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου τα νοικοκυριά καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένες δαπάνες διαβίωσης.
Πίεση στα εισοδήματα
Η άνοδος του πληθωρισμού επηρεάζει άμεσα τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων, καθώς μεγάλο μέρος των αυξήσεων που έχουν δοθεί στους μισθούς απορροφάτε από το αυξημένο κόστος ζωής.
Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι όταν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς, η πραγματική αγοραστική δύναμη μειώνεται, περιορίζοντας τη δυνατότητα κατανάλωσης και αποταμίευσης.
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι επιπτώσεις στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού τους για βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, ενέργεια και μεταφορές.
Υψηλό εργατικό κόστος και φορολογικές επιβαρύνσεις
Την ίδια στιγμή, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι συνεχίζουν να επιβαρύνονται από το υψηλό συνολικό κόστος εργασίας, το οποίο προκύπτει από τον συνδυασμό φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Η διαφορά ανάμεσα στο συνολικό κόστος που καταβάλλει ένας εργοδότης και στο καθαρό ποσό που λαμβάνει ο εργαζόμενος παραμένει σημαντική, γεγονός που, σύμφωνα με εκπροσώπους της αγοράς, περιορίζει τη δυνατότητα αύξησης των αποδοχών και επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα λόγω του ενεργειακού κόστους και των γενικότερων πληθωριστικών πιέσεων.
Αυξημένες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ
Σημαντικό προβληματισμό προκαλεί και η πορεία των οφειλών προς τον e-ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΚΕΑΟ, το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών ξεπερνά τα 51 δισ. ευρώ.
Η συνεχής αύξηση των χρεών αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν επαγγελματίες και επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές και φορολογικές τους υποχρεώσεις, σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης ακρίβειας και υψηλού κόστους λειτουργίας.
Αβέβαιες οι προοπτικές
Οι εξελίξεις στον πληθωρισμό παραμένουν στο επίκεντρο της οικονομικής συζήτησης, καθώς θα επηρεάσουν τόσο την καθημερινότητα των πολιτών όσο και τις αποφάσεις οικονομικής πολιτικής τους επόμενους μήνες.
Η πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η συνολική κατάσταση στην ευρωπαϊκή οικονομία θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες για το εάν οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκλιμακωθούν ή θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν την ελληνική οικονομία κατά το υπόλοιπο του έτους.
►Διαβάστε επίσης: Ακρίβεια: «Διάλογος για μειώσεις τιμών σε βασικά αγαθά»
