Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» φαίνεται να μετατρέπεται σε μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η μεγάλη ζήτηση από τους πολίτες δεν ήταν αρκετή, καθώς η αγορά ακινήτων αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις αυστηρές προδιαγραφές που είχαν τεθεί.
Με περίπου 3.000 δανειακές συμβάσεις να πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 31 Αυγούστου και σχεδόν 300 εκατ. ευρώ να βρίσκονται σε κίνδυνο να μην απορροφηθούν, το πρόγραμμα εισέρχεται στην τελική του ευθεία με σημαντικές εκκρεμότητες. Παρότι το ενδιαφέρον των δικαιούχων ήταν εξαιρετικά αυξημένο από την πρώτη κιόλας ημέρα, οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά κατοικίας αποδείχθηκαν πολύ πιο σύνθετες από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, έχουν εγκριθεί περίπου 14.000 αιτήσεις ένταξης, ενώ οι ολοκληρωμένες συμβασιοποιήσεις ανέρχονται σε περίπου 11.000. Ως εκ τούτου, περίπου 3.000 περιπτώσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα και θα πρέπει να διεκπεραιωθούν μέσα στους επόμενους μήνες ώστε να αξιοποιηθούν οι διαθέσιμοι πόροι.
Οι τράπεζες διατηρούν τη δυνατότητα υπογραφής νέων συμβάσεων μέχρι το τέλος Αυγούστου. Ωστόσο, το ζητούμενο είναι αν το σύνολο των διαθέσιμων κεφαλαίων μπορεί πράγματι να διοχετευθεί στην αγορά μέσα στο περιορισμένο χρονικό διάστημα που απομένει.
Το βασικό εμπόδιο δεν ήταν η έλλειψη ενδιαφέροντος από τους υποψήφιους αγοραστές. Αντίθετα, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίστηκε στην περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών που πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις του προγράμματος.
Οι όροι του «Σπίτι μου ΙΙ» προέβλεπαν ότι το ακίνητο έπρεπε να έχει εμβαδόν έως 150 τ.μ., αξία έως 250.000 ευρώ, πλήρη πολεοδομική νομιμότητα και ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου, να είναι κατάλληλο για κατοίκηση και να έχει κατασκευαστεί έως το 2007. Παράλληλα, ίσχυαν περιορισμοί στις αγοραπωλησίες μεταξύ συγγενών πρώτου και δεύτερου βαθμού, ακόμη και μέσω συγγένειας εξ αγχιστείας.
Στην πράξη, μεγάλο μέρος των διαθέσιμων κατοικιών είτε δεν διέθετε τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα είτε ξεπερνούσε τα ανώτατα όρια τιμών που είχαν τεθεί. Η συνεχής άνοδος των αξιών, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, περιόρισε ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες επιλογές κάτω από το πλαφόν των 250.000 ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες δικαιούχοι εξασφάλισαν προέγκριση δανείου χωρίς τελικά να καταφέρουν να εντοπίσουν κατοικία που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του προγράμματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η αυξημένη ζήτηση που δημιούργησε το ίδιο το πρόγραμμα συνέβαλε στην περαιτέρω άνοδο των τιμών των επιλέξιμων ακινήτων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, η ολοκλήρωση των αγοραπωλησιών αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρονοβόρα. Η εμπλοκή μηχανικών, συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών υπηρεσιών και τραπεζών δημιούργησε μια αλληλουχία ελέγχων και εγκρίσεων που σε πολλές περιπτώσεις καθυστέρησε σημαντικά τις μεταβιβάσεις. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο απαιτητική καθώς η αγορά εισέρχεται στη θερινή περίοδο, όταν παραδοσιακά οι διαδικασίες κινούνται με πιο αργούς ρυθμούς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως μεταδίδει ο ΟΤ, θεωρείται πλέον πιθανό ένα μέρος των περίπου 300 εκατ. ευρώ να παραμείνει αναξιοποίητο μέχρι τη λήξη του προγράμματος. Για τον λόγο αυτό βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη ο σχεδιασμός της επόμενης στεγαστικής πρωτοβουλίας.
Η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο συνολικού ύψους τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ. Περίπου 500 εκατ. ευρώ αναμένεται να προέλθουν από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, αξιοποιώντας ως βάση και τα περίπου 300 εκατ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα παραμείνουν αδιάθετα από το «Σπίτι μου ΙΙ», ενώ αναζητούνται επιπλέον πόροι ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι το νέο πρόγραμμα θα διαθέτει πιο ευέλικτο πλαίσιο, κυρίως ως προς τα κριτήρια παλαιότητας και επιλεξιμότητας των κατοικιών, με στόχο να διευρυνθεί σημαντικά η δεξαμενή των διαθέσιμων ακινήτων.
Βασική επιδίωξη είναι να αντιμετωπιστούν οι δυσλειτουργίες που καταγράφηκαν στο «Σπίτι μου ΙΙ» και να αποφευχθεί η επανάληψη ενός παράδοξου φαινομένου: να υπάρχουν ταυτόχρονα αυξημένες στεγαστικές ανάγκες, διαθέσιμα κονδύλια και αδυναμία αξιοποίησής τους.
