Αλλαγές στον υπολογισμό των τραπεζικών δανείων φέρνει ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο που προωθεί η κυβέρνηση και το όποιο προανήγγειλε χθες μέσα από την εβδομαδιαία ανασκόπηση του κυβερνητικού έργου ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ειδικότερα, ο στόχος της νομοθετικής παρέμβασης είναι να δοθεί λύση σε ένα πρόβλημα που εδώ και πολλές δεκαετίες έχει οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο εκατομμύρια δανειολήπτες, που δεν είναι άλλο από τα γνωστά «πανωτόκια», τα οποία έχουν επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά την εξυπηρέτηση των συνολικών οφειλών.
Είναι γεγονός, ότι το εν λόγω ζήτημα των επιτοκίων τα προηγούμενα είχε προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημιά σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα, τα οποία στην καλύτερη περίπτωση έφταναν σε έναν επώδυνο συμβιβασμό για την εξόφληση των οφειλών τους, ενώ πολλές ήταν και οι περιπτώσεις εκείνες των καταναλωτών που έφτασαν στο σημείο να χάσουν ολόκληρες περιουσίες, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους.
Η νέα ρύθμιση, λοιπόν, έρχεται να βάλει «φρένο» στο φαινόμενο του ανατοκισμού, δηλαδή της πρακτικής εκείνης όπου οι απλήρωτοι τόκοι προστίθενται στο κεφάλαιο και στην συνέχεια παράγουν νέους τόκους. Με αυτό τον τρόπο το αρχικό ποσό δανεισμού εκτοξευόταν σε δυσθεώρητα ύψη, με τους δανειολήπτες να καλούνται στο τέλος να επιστρέψουν έως και τα διπλάσια χρήματα σε σχέση με το ύψος του κεφαλαίου που δανείζονταν σε πρώτη φάση.
Το νομοσχέδιο αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση μέσα στον Μάιο. Όπως αναφέρουν πηγές του υπουργείου Ανάπτυξης, οι τράπεζες έχουν συγκροτήσει ομάδα εργασίας που συμμετέχει στη διαμόρφωσή του, καθώς οι αλλαγές αυτές αποτελούν υποχρέωση εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Ποιοι ωφελούνται
Οι αλλαγές αναμένεται να επηρεάσουν χιλιάδες δανειολήπτες, κυρίως όσους έχουν καταναλωτικά, στεγαστικά ή επιχειρηματικά δάνεια σε καθυστέρηση. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, τίθεται «κόφτης» στο συνολικό ύψος των επιβαρύνσεων, ειδικά για δάνεια έως 100.000 ευρώ, όπου θα υπάρξει πιο αυστηρός έλεγχος στον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Στόχος είναι οι οφειλές να συνδέονται πιο άμεσα με το αρχικό κεφάλαιο και όχι να αυξάνονται δυσανάλογα μέσα από διαδοχικούς ανατοκισμούς.
Τι αλλάζει στην πράξη
Με το νέο σύστημα περιορίζεται ο ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων, μπαίνουν όρια στη συνολική επιβάρυνση του δανείου και ενισχύεται η διαφάνεια στους υπολογισμούς των τραπεζών. Παράλληλα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ρύθμιση θα διευκολύνει τη ρύθμιση «κόκκινων» δανείων και θα μειώσει τις περιπτώσεις υπερχρέωσης νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων.
Τι ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός
Την Κυριακή, στην καθιερωμένη εβδομαδιαία ανασκόπηση του κυβερνητικού έργου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε το νέο σχέδιο νόμου, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
Για το νέο νομοσχέδιο του υπ. Ανάπτυξης είπε: «Μένοντας όμως στο θέμα των τραπεζών και στις συναλλαγές μας με αυτές, να πω ότι είναι έτοιμο το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης που προστατεύει τους καταναλωτές από καταχρηστικές συμπεριφορές αναφορικά με δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ, χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Όπως είχαμε δεσμευτεί μπαίνει τέλος στα «ψιλά γράμματα», αλλά και σε παράτυπες πρακτικές.
Πλέον, ορίζεται ανώτατο ύψος που μπορεί να φτάσει ένα καταναλωτικό δάνειο όταν το ξεχρεώνεις και θα είναι μεταξύ 30%-50% πάνω από το κεφάλαιο το οποίο δανείστηκε ο συναλλασσόμενος με την τράπεζα, όπως ισχύει κατά μέσο όρο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμη, δίνεται η δυνατότητα να αναιρεθεί ένα δάνειο μέσα σε 14 ημέρες από τη στιγμή που θα συναφθεί. Είναι ρυθμίσεις που θεωρώ ότι δημιουργούν ένα πιο ξεκάθαρο και δίκαιο πλαίσιο για όλους».
Πριν λίγες μέρες και ο αρμόδιος υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος είχε τοποθετηθεί σχετικά με το θέμα λέγοντας τα εξής: «Θα υπάρχει ένας κόφτης, ένα πλαφόν μεταξύ 30 -50% στους τόκους των καταναλωτικών δανείων πάνω στο κεφάλαιο και πρόκειται για ποσοστό που ισχύει ως μέσος όρος στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης», είπε ο υπουργός Ανάπτυξης, εξηγώντας ότι η θέσπιση πλαφόν στο συνολικό κόστος αποπληρωμής των δανείων, έχει στόχο τον περιορισμό καταχρηστικών χρεώσεων και την προστασία των καταναλωτών από τον υπερδανεισμό. Στη χειρότερη, όπως είπε, περίπτωση θα απομένει για αποπληρωμή το 50%, μαζί με τόκους, έξοδα δανείου και διάφορες προμήθειες», τόνισε ο κ. Θεοδωρικάκος.
Επιτόκια σε κάρτες και καταναλωτικά δάνεια
Τα επιτόκια σε κάρτες και καταναλωτικά δάνεια παραμένουν πολύ υψηλά εξού και όταν το δάνειο καθίσταται κόκκινο εκτινάσσεται, σε ότι αφορά το μέγεθός του.
► Διαβάστε επίσης: Μητσοτάκης: Αυστηρότερο πλαίσιο για τα δάνεια και «μπαράζ» κυβερνητικών παρεμβάσεων σε οικονομία και κοινωνία
Σε ότι αφορά τις κάρτες τα επιτόκια κινούνται από 15,5% έως 18% για αγορές και από 18% έως 20% για αναλήψεις μετρητών πλέον επιβαρύνσεων πχ. την εισφορά του Ν. 128/75. Οι τόκοι αυτοί κάνουν ακόμη και τους συνεπείς δανειολήπτες να μην μπορούν να δουν χαμηλότερα το οφειλόμενο ποσό στην κάρτα τους εάν τύχει να πληρώνουν δόσεις.
Στα καταναλωτικά δάνεια αναλόγως του ύψους και της επιφάνειας του πελάτη τα επιτόκια κινούνται από 8% έως 15%. Με βάση τα υπόλοιπα των δανείων το Φεβρουάριο, οι πιστωτικές κάρτες ήταν 2,26 δισ. ευρώ και των σύνολο των καταναλωτικών δανείων (μαζί και οι πιστωτικές) ανέρχονταν σε 8,53 δισ. ευρώ.
Οι αλλαγές αναμένεται να επηρεάσουν χιλιάδες δανειολήπτες, κυρίως όσους έχουν καταναλωτικά, στεγαστικά ή επιχειρηματικά δάνεια σε καθυστέρηση. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, τίθεται «κόφτης» στο συνολικό ύψος των επιβαρύνσεων, ειδικά για δάνεια έως 100.000 ευρώ, όπου θα υπάρξει πιο αυστηρός έλεγχος στον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Στόχος είναι οι οφειλές να συνδέονται πιο άμεσα με το αρχικό κεφάλαιο και όχι να αυξάνονται δυσανάλογα μέσα από διαδοχικούς ανατοκισμούς
Οι επιπτώσεις για τις τράπεζες
Τι θα γίνει μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου
Σε όλες τις περιπτώσεις εκείνες που το υπόλοιπο των δανείων θα ξεπερνά το ποσοστό του κεφαλαίου που θα ορίσει ο νόμος (από 30% έως 50%) τότε αυτομάτως θα διαγράφεται το υπέρτερο ποσό είτε αυτό αφορά κάρτες είτε καταναλωτικά δάνεια.
Πρόχειροι υπολογισμοί αναφέρουν πως στο σύνολό τους οι τράπεζες δύσκολα θα λάβουν προβλέψεις υπέρτερες των 200 εκατ. ευρώ. Αυτό θα συμβεί γιατί όσα δάνεια έχουν κοκκινήσει επειδή ξεπέρασαν το 30% ή το 50% του κεφαλαίου μέσω ανατοκισμού, έχουν καταλήξει στην πλειονότητά τους στους servicers οι οποίοι στο πλαίσιο της τακτικής των ανακτήσεών τους προχωρούν σε διευρυμένα κουρέματα που φθάνουν ως το όριο του κεφαλαίου και ορισμένες φορές και πέραν αυτού.
Έτσι οι τράπεζες δεν βλέπουν ιδιαίτερο κόστος στους ισολογισμούς τους από αυτήν την εξέλιξη.