Ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Ελλάδα αμείβεται έως 1.000 ευρώ, ενώ μόλις το 4,55% ξεπερνά τα 3.000 ευρώ, με την αγοραστική δύναμη να παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ.
Σύμφωνα με στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, μόλις 112.075 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή το 4,55% των μισθωτών, λαμβάνουν αποδοχές άνω των 3.000 ευρώ, ενώ περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους παραμένει σε εισοδήματα έως 1.000 ευρώ τον μήνα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια αγορά εργασίας με έντονη μισθολογική πόλωση, όπου η πλειονότητα κινείται σε χαμηλά και μεσαία επίπεδα.
Οι πιο καλοπληρωμένοι κλάδοι εντοπίζονται κυρίως στην πληροφορική, την κυβερνοασφάλεια, την ανάλυση δεδομένων, την ενέργεια και τις αερομεταφορές, τομείς με υψηλή ζήτηση και έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού.
Αντίστοιχα, υψηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στον τραπεζικό τομέα, τη ναυτιλία, τη φαρμακοβιομηχανία, τις κατασκευές και τον τουρισμό, κυρίως σε ανώτατες διοικητικές θέσεις.
Οι μισθοί για ανώτατα στελέχη όπως CEO, CFO και managers, αλλά και για εξειδικευμένους γιατρούς και στελέχη τεχνολογίας, μπορούν να ξεπεράσουν τα 3.000 έως 5.000 ευρώ μεικτά, με τις ηλικιακές ομάδες 35–44 ετών να εμφανίζουν τις υψηλότερες αποδοχές.
Στον επιχειρηματικό χάρτη, σύμφωνα με δημοσίευμα της imerisia.gr, ανάμεσα στις εταιρείες με τις υψηλότερες αποδοχές στην Ελλάδα συγκαταλέγονται μεγάλοι όμιλοι, όπου συγκεκριμένες ειδικότητες αμείβονται σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της αγοράς.
Παρά τα υψηλά αυτά «νησιά» αποδοχών, η πλειονότητα των εργαζομένων παραμένει σε χαμηλά εισοδήματα. Σύμφωνα με ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι μέσοι μισθοί εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό στάσιμοι σε πραγματικούς όρους, παρά την άνοδο του κόστους ζωής και την επίμονη ακρίβεια.
Η ίδια μελέτη δείχνει ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό δεν μεταφέρονται ουσιαστικά στη συνολική μισθολογική κλίμακα, με την αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό να φτάνει το 63%, από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την περίοδο 2019–2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά κατά περίπου 4,5% ετησίως, όμως σε πραγματικούς όρους παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος.
Την ίδια στιγμή, ο κατώτατος μισθός κατέγραψε συνολική άνοδο 13,4% σε πραγματικούς όρους, περιορίζοντας περαιτέρω τις μισθολογικές διαφορές.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα στις μικρές επιχειρήσεις. Σε εταιρείες με λιγότερους από 10 εργαζόμενους, ο μέσος μισθός διαμορφώνεται περίπου στα 1.154 ευρώ, ενώ ο λόγος κατώτατου προς μέσο μισθό φτάνει το 79%, γεγονός που δείχνει ότι η πλειονότητα των εργαζομένων αμείβεται πολύ κοντά στον κατώτατο.
Σε αυτό το πλαίσιο, περίπου 730.000 εργαζόμενοι απασχολούνται σε μικρές επιχειρήσεις, με μεγάλο ποσοστό να λαμβάνει αποδοχές που ταυτίζονται ή υπερβαίνουν οριακά τον κατώτατο μισθό, ανεξάρτητα από προσόντα, προϋπηρεσία ή θέση.
► Διαβάστε επίσης: Ενεργειακή κρίση: «Στενεύει ο κλοιός» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις με αυξήσεις έως 1.800 ευρώ
Παράλληλα, η συνολική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι το διαθέσιμο εισόδημα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όρους PPP (ισοτιμία αγοραστικής δύναμης).
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη απόκλιση στην πραγματική αγοραστική ισχύ.
